3η Παράδοση γενικής ανθρωπολογίας: Η Κοινωνική Δομή. Ολόκληρη η εισήγηση

biggest_cities_sao_paulo_q_47390

Την Κυριακή 31/1 στις 11 πμ. θα πραγματοποιηθεί στην Λαμπηδόνα η τρίτη παράδοση της γενικής ανθρωπολογίας με τίτλο «η Κοινωνική Δομή» και εισηγητή τον Σωτήρη Δημητρίου. Ακολουθεί ολόκληρη η εισήγηση:

  1. Η ΚΟΙΝΩΝΙΚΗ ΔΟΜΗ

 

Διαφορές και ανισότητες˙ κοινωνικές διακρίσεις˙ εξισωτικές κοινωνίες˙ κυνηγοί τροφοσυλλέκτες˙ γεωφραφικός καταμερισμός˙ η κοινωνία ως σύστημα˙ δύναμη για˙ δύναμη επί˙ εξουσία˙ συμβολικό, κοινωνικό και υλικό κεφάλαιο˙ η ανδροκρατία˙ αρρενολοχία˙ πολυγυνία˙ διαβατήριες τελετουργίες˙ ρατσισμός˙ βιοηθική˙ οι ακέφαλες κοινωνίες˙ μητρογράμμιση˙ το φυλετικό σύστημα˙ η προγονολατρεία˙ ο σαμάνισμός˙ ο ανιμισμός˙ ηλικιακές ομάδες˙ μυστικές εταιρείες˙ μεγάλοι άνδρες˙ αρχηγοί˙ η φυλαρχία˙ οι θυσίες˙ θρησκεία˙ τελετουργίες˙ μαγεία˙ συλλογικές παραστάσεις˙ ηγεμονία ˙ το κράτος˙ οι τελετές.                                  

 

Ερώτηση: Σε τι στηρίζεται η κοινωνική διάκριση των ανθρώπων;

 

Βάζουμε το ερώτημα: Τα άτομα που βρίσκονται στην εξουσία έχουν κάποιο φυσικό γνώρισμα που να ξεχωρίζουν; πιο μεγάλη μύτη; πιο μπάσα φωνή; πιο καλή όσφρηση; Ο Πλάτωνας υποστήριζε πως πρέπει να μας κυβερνούν οι φιλόσοφοι.

Tην προηγούμενη φορά αναφερθήκαμε στις διαφορές μεταξύ των ανθρώπων. Διαφορές που οφείλονται στην κουλτούρα (συνήθειες, πίστεις, γλώσσα), στη βιολογική μορφολογία (χρώμα, υψικρανία) και φυσιολογία (αντοχή, στειρότητα), στην αγωγή (επίκτητες ικανότητες), στο χαρακτήρα (πραότητα, ευαισθησία) και στην κοινωνική πίεση (βία, αλκοολισμός, νευρώσεις). Κανένα άλλο είδος δεν διαθέτει το πλήθος των ικανοτήτων που παρουσιάζει ο άνθρωπος: πυροβασία, περπάτημα σε τεντωμένο σχοινί, χαρακίρι κ.ά, Όσο κι’ αν μοιάζουν τα άτομα μιας κουλτούρας, υπάρχουν μεταξύ τους μεγάλες διαφορές.  Οι διαφορές συνιστούν τον πλούτο της ανθρωπότητας, αυτό που μας ενώνει.

Το ακριβώς αντίθετο συμβαίνει με τις ανισότητες, που τις συγχέουμε συχνά με τις διαφορές. Μιλάμε για διαφορές των ανθρώπων, μέσα στην κουλτούρα ή ανάμεσα στις κουλτούρες, αλλά σπάνια μιλάμε για ανισότητες. Λέμε ‘’Οι Αμερικανοί  έχουν υψηλό εισόδημα’’ αγνοώντας το χάος των ανισοτήτων που επικρατεί σ’ αυτούς. Λέμε ‘’Οι Γερμανοί απομυζούν τη  Νότια Ευρώπη’’ αγνοώντας ποιοι κερδίζουν από αυτό. Θεωρούμε ότι σε κάθε κράτος επικρατεί ισονομία αγνοώντας τις οικονομικές και νομικές τους ανισότητες. Οι  ανισότητες ξεχωρίζουν κατά το ότι οι διαφορές είναι αντικειμενικές (όλοι ξεχωρίζουμε το μαύρο από το ξανθό χρώμα), ενώ οι ανισότητες είναι μεταφορές, κοινωνικές κατασκευές. Για παράδειγμα: στην κλασική αρχαιότητα οι δούλοι απεικονίζονται μικρόσωμοι, σαν νάνοι, και λέγονταν ‘’παιδίον’’. Στις αναπαραστάσεις των αρχαίων πολιτισμών ο βασιλιάς απεικονίζεται ογκώδης και οι εχθροί σαν νάνοι. Στην Αφρική, τόσο στις αγγλόφωνες όσο και στις γαλλόφωνες αποικίες, οι αυτόχθονες αποκαλούνται ‘’boy’’=παιδί. Ο σερβιτόρος αποκαλείται garçon= αγόρι και ο παπάς αποκαλεί τον ενορίτη ‘’τέκνον μου’’.  Ο ανώτερος μιλά στον κατώτερο στον ενικό και ο κατώτερος του απαντά στον πληθυντικό.

Η ανισότητα εκφράζεται με πλήθος τρόπων, που λέγονται κοινωνικές διακρίσεις: με γαλόνια και στολισμό, με ύφος, ρητορική γλώσσα, ψυχρότητα κ.ά. Τα αγάλματα της αρχαιότητας απεικονίζουν μόνο αριστοκράτες και είναι όλοι αγέλαστοι. Όλες οι διαφορές που αναφέρθηκαν (χρώμα, γλώσσα, φύλο) επιστρατεύτηκαν για να δηλώσουν κοινωνικές διακρίσεις. Σε όλες τις λεγόμενες ‘’πολιτισμένες’’ κοινωνίες επικρατεί η ανισότητα. Το περίεργο είναι ότι, το αντίθετο, τον εξισωτισμό, τον συναντούμε σε ορισμένους, πληθυσμούς που τους θεωρούμε ‘’άγριους’’.  Τι σημαίνει αυτό το παράδοξο;

Στην κουλτούρα μας η ανισότητα θεωρείται ασυζητητί φυσικό γεγονός, ομοίως και ότι οι λευκοί είναι ανώτερη ράτσα. Δεν μας εξηγούν, όμως, γιατί προηγήθηκαν στον πολιτισμό οι Αιγύπτιοι, γιατί το αλφάβητο και οι αριθμοί μας δόθηκαν από τους Άραβες και γιατί ο Αυγουστίνος, που ήταν χαμίτης, είναι σοφός και άγιος. Στον 18ο αιώνα ο Σκωτσέζος ιστορικός Ferguson διατύπωσε το γενικό σχήμα εξέλιξης της ανθρωπότητας ‘’Αγριότητα-Βαρβαρότητα-Πολιτισμός’’, που στα 1771 το επαναλαμβάνει  ο ανθρωπολόγος L. Morgan και έκτοτε καθιερώθηκε στην παιδεία –σήμερα, η πλειονότητα πιστεύει ακόμα σ΄ αυτό. Από το 1960 οι ανθρωπολόγοι ανακαλύπτουν πλήθος από απλές κοινωνίες σε όλον τον πλανήτη που, ενώ τις ταξινομούσαμε στην Αγριότητα, έχουν εξισωτισμό και αγνοούν τη βία. Έχουν γίνει πάνω από 10 Διεθνή Συνέδρια για τη μελέτη τους και το σχήμα της εξέλιξης έχει ανατραπεί, μαζί και η θεωρία της ανισότητας. Άνθρωποι με το ίδιο χρώμα μπορεί να είναι και ίσοι και άνισοι. Άρα, οι φυσικές διαφορές δεν έχουν σχέση με τις κοινωνικές ανισότητες. Γιατί η σοβαρή αυτή πληροφορία αποσιωπάται;

Οι εξισωτικές κοινωνίες βρίσκονται στο πρώτο στάδιο της ανθρωπογένεσης, στο στάδιο των κυνηγών τροφοσυλλεκτών. Μερικές από αυτές συνεχίζουν να είναι εξισωτικές και στο επόμενο στάδιο της γεωργικής παραγωγής,. Αρχίζουν από το -2.800.00, οπότε εμφανίζεται ο άνθρωπος και φτάνουν έως το -10.000, ενώ μερικές συνέχισαν μέχρι σήμερα. Αποτελούν το 65% της ανθρωπότητας (Εσκιμώοι, Χάτζα, Αυστραλοί, Βουσμάνοι κ.ά.). Τα κύρια γνωρίσματά τους είναι τα εξής. Εν πρώτοις, πρόκειται για κοινωνίες σχετικά εξισωτικές, χωρίς αρχηγό. Δεύτερο, έχουν κινητικότητα και είναι ρευστές, με μεταβλητό αριθμό μελών. Αποτελούνται από νομαδικές ομάδες, των 25~50 ατόμων, που μετακινούνται κυκλικά σε ορισμένη περιοχή, διεσπαρμένες σε μικρότερες ή ενωμένες σε μεγαλύτερη ομάδα ανάλογα με την εποχή αναπαραγωγής των πηγών, και ζουν από τη συλλογή και το κυνήγι ή το ψάρεμα. Τρίτο, η ιδιοκτησία είναι άγνωστη σ’ αυτούς (Rivers 1931:236· Thurnwald,1953:25). Δεν επιβάλλουν περιορισμούς στην προσπέλαση στις πηγές. Σε όλη την Αυστραλία τα άτομα είχαν δικαίωμα και στη γη άλλων ομάδων (Keen 2006:15). Οι Ινδιάνοι Σοσόνι (Shoshonean) δεν διεκδικούν ιδιοκτησία του βιότοπου, γιατί αυτό θα ήταν καταστρεπτικό για την επιβίωση των γειτόνων τους αλλά και των ίδιων (Steward 1963:107).

Τέταρτο και πιο βασικό, είναι κοινωνίες του μοιράσματος. Διέπονται από τις αρχές της διανομής και της ανταπόδοσης. Η διανομή είναι το κύριο γνώρισμα των εξισωτικών κοινωνιών. Το θήραμα πάντα διανέμεται στην ομάδα. Δεν επενδύουν στη γη ούτε διαθέτουν αποθήκευση. Όταν έχουν περίσσεια τροφής, καλούν και τους γείτονες για διανομή. Πέμπτο, διαπνέονται από την κοσμολογική αντίληψη, ότι η φύση είναι τροφός του ανθρώπου και πηγή όλων των αγαθών, αντίθετα με τη νεότερη αντίληψη ως ¨αγριότοπου¨ (Λη 2009:26). Ο ανιμισμός –όρος του E. Taylor (1871) με τον οποίο αντικατέστησε το φετιχισμό- προβάλλει την αρχή της ανταπόδοσης και στις σχέσεις του ανθρώπου με τη φύση. Επιπλέον, η ίδια αρχή, χάρη στην οποία διατηρούν την οικολογική ισορροπία, επεκτείνεται και στις σχέσεις δικαίου –ως ανταπόδοση ή αντεκδίκηση.

Οι κυνηγοί-τροφοσυλλέκτες έχουν χαμηλή τεχνολογία και απλό καταμερισμό εργασίας˙ οι γυναίκες ασχολούνται με τη συλλογή βολβών –με εκσκαπτικό ραβδί- καρπών, φυτών και μικρών ζώων και οι άνδρες με το κυνήγι ή το ψάρεμα, χωρίς να αποκλείεται και η συμμετοχή των γυναικών στο κυνήγι. Η διαδικασία της παραγωγής διέπεται από οργάνωση, από συλλεκτική και λογιστική στρατηγική. Έχουν εργαλεία εποχιακά που φυλάσσονται και εργαλεία συνεχούς χρήσης (Binford).  Δεν υπάρχουν άνεργοι αλλά ούτε και ειδικευμένοι. Δεν υπάρχει επίσης ούτε η έννοια του ελεύθερου χρόνου. Αντίθετα, κυρίως στο στάδιο της γεωργικής παραγωγής, η εργασία συνοδεύεται με γιορτές. Ασκούν δημογραφικό έλεγχο με βρεφοκτονία, εάν δεν περάσουν τέσσερα χρόνια από την προηγούμενη γέννηση, επειδή μετακινούνται συνεχώς οπότε το δεύτερο παιδί στην αγκαλιά είναι εμπόδιο.

Όλα τα μέλη της ομάδας θεωρούνται συγγενείς. Τους αδελφούς του πατέρα τους αποκαλούν και αυτούς «πατέρα». Επικρατεί η εξωγαμία (Murdock 1968:336) διαμέσου της οποίας ασκούν το γεωγραφικό καταμερισμό του περιβάλλοντος, δηλαδή διεξάγουν ανταλλαγές και, σε περίοδο ανέχειας, μπορούν να κυνηγούν στο βιότοπο των συγγενών εξ αγχιστείας. Με την αυστηρή και πανάρχαια απαγόρευση της αιμομιξίας και την αναγκαστική εξωγαμία εξασφαλίζουν τη συνεχή ανταλλαγή των αγαθών ανάμεσα στις συγγενικές ομάδες και, ταυτόχρονα, την πληρέστερη εκμετάλλευση της φύσης. Δεν ισχύει η ανταλλαγή των γυναικών, που την είχε υποστηρίξει ο Lévi-Strauss αλλά, αντίθετα, η γυναίκα είναι ισότιμη, ελέγχει την αναπαραγωγή της και προσφέρει το 70% της τροφής –εκτός από τις αρκτικές περιοχές. Κάνουν υποτυπώδη τέλεση για τη γέννηση και το θάνατο μέλους και σπάνια για το γάμο, ώστε οι γεωργοί τους αποκαλούν “άθρησκους”. Αγνοούν τη βία και τις συγκρούσεις. Οι κοινωνίες αυτές, που επιβίωσαν σποραδικά μέχρι την εποχή μας, δεν έχουν αρχηγό, εκτός αν τους τον επιβάλει η αποικιοκρατία. (Brown 1913:143· Lee & DeVore 1968:3·  Lee1987:42·  Hamilton 1987:89· Leacock 1987:159· Δημητρίου 1996:102-206· Morris 2004;267).

Δεν κάνουν πόλεμο, γιατί δεν έχουν να κερδίσουν τίποτα αφού δεν υφίσταται κανενός είδους πλούτος. Λείπει η αποθήκευση, γιατί δεν διαθέτουν μέσα συντήρησης των τροφών και γιατί η συνεχής μετακίνηση δεν τους επιτρέπει να διατηρούν αγαθά. Οι αποφάσεις τους παίρνονται με ομοφωνία. Εάν υπάρχει μια μειοψηφία που διαφωνεί, αποσπάται από την ομάδα, ώστε αποφεύγονται οι τριβές και οι συγκρούσεις. Το βασικό χαρακτηριστικό τους είναι η γενναιοδωρία (Hann 2012:28). Προσφέροντας στους άλλους ικανοποιούνται από την αναγνώριση της πράξης τους αυτής.

Η επιβίωση μέχρι την εποχή μας των αρχέγονων εξισωτικών τροφοσυλλεκτών δεν οφείλεται σε διανοητική καθυστέρησή τους αλλά στην πίεση που δέχτηκαν από τις ισχυρότερες κοινωνίες της ανισότητας που τους ανάγκασε να περιοριστούν στην εκμετάλλευση δυσμενών για τη γεωργία βιοτόπων (δάση, παγετώνες), διεξάγοντας συχνά ανταλλαγές με τους γεωργούς (Headland & Reid 1989:31). Το ζήτημα είναι πώς δημιουργήθηκαν οι κοινωνίες της ανισότητας.

Για να εξηγήσουμε το φαινόμενο της ανισότητας, θα εξετάσουμε την κοινωνία ως σύστημα. O αντικειμενικός κόσμος δεν είναι άτακτος σωρός αλλά αποτελείται από συστήματα διαφορετικού βαθμού οργάνωσης. Αντίστοιχα προς αυτή τη συγκρότησή της φύσης, ο άνθρωπος κατασκευάζει νοητικά μοντέλα για να τη διαχειριστεί και να επιβιώσει. Υπάρχουν πολλών ειδών συστήματα: φυσικά, συμβολικά και αυτορυθμιζόμενες μηχανές. Τα φυσικά συστήματα, στα οποία ανήκει και το κοινωνιό, ταξινομούνται σε τρεις ομάδες: στη λιθόσφαιρα, στη βιόσφαιρα και στη νοόσφαιρα. Τα ανώτερα σε οργάνωση συστήματα αντλούν από τα κατώτερα ύλη/ενέργεια και πληροφορία, ενώ τους αποδίδουν έλεγχο και μετασχηματισμό. Κάθε σύστημα αποτελείται από στοιχεία που βρίσκονται σε αλληλεξάρτηση και προσδιορίζονται από αυτό. Ουρά έχουν τα περισσότερα ζώα αλλά η χρήση του καθενός καθορίζεται από το σύστημα-ζώο στο οποίο ανήκει –πηδάλιο στα ψάρια, για τα έντομα στα θηλαστικά. Η κοινωνία είναι ζωντανό σύστημα και ως στοιχεία του έχει τις κοινωνικές σχέσεις. Προσδιορίζει τα στοιχεία του, δηλαδή τις συμπεριφορές και τις σχέσεις των ατόμων, διαμέσου της κουλτούρας. Όπως είπαμε, κουλτούρα είναι οι λειτουργίες του κοινωνικού συστήματος, η επέμβαση στο περιβάλλον, η αυτορρύθμιση η αναπαραγωγή και ο  μετασχηματισμός. Μια άλλη λειτουργία του είναι και η ομοιοστασία, κατά την οποία, εάν κάποιο στοιχείο πάθει βλάβη, τότε τα άλλα στοιχεία αναδιοργανώνονται σε τρόπο ώστε να αποκατασταθεί η ισορροπία. Ένα σύστημα μπορεί να αποτελείται από πολλά υποσυστήματα. Ο άνθρωπος έχει διαισθανθεί την ύπαρξη του συστήματος σαν κάτι που επιβάλλεται πέρα από τη θέλησή του και το έχει ονομάσει μοίρα, τύχη, πεπρωμένο, Θεία Πρόνοια, υπερβατικό. Χρειάστηκαν δύο αιώνες για να καταλήξει στην κατανόησή του –κυρίως με την κυβερνητική.

Η επέμβαση στο περιβάλλον είναι η λειτουργία που χαρακτηρίζει την ιδιαιτερότητα του κοινωνικού συστήματος. Ελέγχει περιβάλλον και μετασχηματίζει το περιβάλλον (καλλιέργεια, γεφύρια, φράχτες) με τη δράση των στοιχείων του, διαμέσου της εισόδου και της εξόδου. Η διαδικασία αυτή λέγεται τρόπος παραγωγής και τη διδάσκει ο Γ.  Κυριακάκης. Παίζει πρωταρχικό ρόλο στη διαμόρφωση και των άλλων λειτουργιών. Η οργάνωση των στοιχείων του (των κοινωνικών σχέσεων) που ανταποκρίνεται στον κάθε τρόπο παραγωγής συνιστά τη διάταξη και οργάνωση των παραγωγικών και των άλλων κοινωνικών σχέσεων. Το πρώτο αφορά την οικονομία και το δεύτερο την πολιτική. Κεντρική θέση στην πολιτική –εσωτερική οργάνωση- παίζει η έννοια της δύναμης.

Το άτομο αναπτύσσεται μέσα από τη διαλεκτική αντίθεση ανάμεσα, από τη μια πλευρά στους όρους της κοινωνικής ζωής που του επιβάλλει η κοινωνικοποίηση και, από την άλλη, στη δυναμική ορμή που έχει σωματοποιήσει, με τη μορφή της δραστηριότητας, από την κοινωνικο-ιστορική εξέλιξη. Όσο δραστηριοποιείται, τόσο περισσότερο αναπτύσσεται, γι’ αυτό, ονομάζεται λειτουργικό όργανο. Πεδίο της ατομικής δραστηριότητας είναι η παραγωγή προς τα έξω και οι κοινωνικές λειτουργίες  προς τα μέσα. Αυτή δεν ασκείται απλά για λόγους επιβίωσης, όπως στα ζώα, αλλά με πρόθεση και κίνητρο. Ο άνθρωπος μπορεί να δουλεύει απεριόριστα για κάτι που δεν το έχει βιολογική ανάγκη. Το κίνητρο αυτό είναι η δύναμη για. Θεμελιώνεται στην ιδιαιτερότητα του ανθρώπου, στην επίκτητη μάθηση. Για να συνεχίσει το παιδί να μαθαίνει να πράττει, χρειάζεται να το βεβαιώσουν ότι προχωρεί σωστά. Άρα, η δύναμη συνιστά τη βασική επανάδραση κατά την οποία το άτομο επιζητά την κοινωνική αναγνώριση μετά από κάθε πράξη του, για να την  αλλάξει ή να την βελτιώσει. Κάθε επιβράβευση του αυξάνει το αίσθημα της δύναμης. Εάν δεν έχει δικαίωση, επιδιώκει να την αποκτήση με διάφορους τρόπους για να κερδίσει μια θέση στην κοινωνία. Ακόμα και ο ερημίτης λειτουργεί κατά βάθος για λόγους κοινωνικής αναγνώρισης. Και ο ποιητής προτιμά μια κακιά κριτική, παρά την πλήρη αφάνεια.

H δύναμη ασκείται, διαμέσου της δραστηριότητας, άμεσα στη διαχείριση των αντικειμένων  (δημιουργικότητα, επινόηση κ.ά.)  ή στην κοινότητα ευνοώντας την  κοινωνική συνοχή (αυτοθυσία, γενναιοδωρία κ.ά.) και λέγεται ‘’δύναμη για’’. Όταν ασκείται στον αντικειμενικό κόσμο διαμέσου της διαχείρισης άλλων ατόμων, τότε λέγεται ‘’δύναμη επί’’. Η ‘’δύναμη επί’’ συνεπάγεται την ύπαρξη πλεονάσματος, α) για να έχει τη δυνατότητα χρόνου να διαχειρίζεται άλλους και β) για να υπάρχει αντικείμενο για τέτοια διαχείριση πέραν της άμεσης διανομής. Η «δύναμη για» αποκτιέται στο στάδιο της ανθρωποποίησης και διαπνέει όλους τους ανθρώπους. Σε γενικές γραμμές, μπορούμε να πούμε ότι ο άνθρωπος δεν είναι παθητικό ον αλλά ενεργό υποκείμενο, δηλαδή, ότι έχει agency, ότι η διαδικασία της κοινωνικής πρακτικής συνιστά τη διαλεκτική αντίθεση ανάμεσα στην ατομική δραστηριότητα (υποκειμενικότητα) και στο θεσμικό σύστημα (κοινωνική δομή), αντίθεση που μετασχηματίζει και τις δύο. Κάθε κοινωνική σχέση είναι σχέση δύναμης. Η πίεση που ασκεί προκαλεί αναπόφευκτα την αντίδραση, η οποία προδικάζει την άρνησή της. Εάν η αντίδραση γενικευτεί, τότε οδηγεί στην ανατροπή του θεσμού με τον οποίο εκφράζεται στο κοινωνικό σύστημα.

Όπως αναφέρθηκε, η δραστηριότητα δίνει κατεύθυνση στον κόσμο. Προσφέρει στον άνθρωπο την ιδιαίτερη δυνατότητα να μετασχηματίζει το περιβάλλον του, διαμέσου σχεδιασμών που προδιαγράφουν το μέλλον. Κάθε τέτοιος μετασχηματισμός αλλάζει το πεδίο πράξης του ανθρώπου, άρα αλλάζει και το πεδίο των γνώσεων του. Προκαλεί την ανάγκη ενός επέκεινα σχεδιασμού από μέρους της δραστηριότητας, οπότε εκείνη αναπτύσσεται συσσωρευτικά. Αποκτά και η ίδια κατεύθυνση. Το μέρος αυτό της δραστηριότητας, που διαχωρίζεται από τις τυπικές και επαναλαμβανόμενες πράξεις ρουτίνας, συνιστά τη δημιουργικότητα, την κατ’ εξοχήν ιδιότητα που ξεχωρίζει τον άνθρωπο από όλα τα άλλα όντα. Όπως παρατηρεί ο Σ. Σταυρίδης: η πιστή επανάληψη υπνωτίζει· η συνήθεια δαμάζει το μέλλον (Stavrides 2010:45-46). Αντίθετα, η αλλαγή και η καινοτομία διεγείρουν. Χαρακτηριστική έκφραση της δημιουργικότητας, που εκδηλώνεται με τη γενική στάση του ατόμου είναι η χάρη, η πρωτοτυπία, ως το αντίθετο στη μηχανοποίηση της ανθρώπινης συμπεριφοράς, όπως παρατηρεί ο Bergson (1961:15), δεδομένου ότι η έλλειψη της χάρης, δηλαδή η μηχανοποίηση, απαξιώνονται και εντάσσονται στο κωμικό προκαλώντας το γέλιο. Η με οποιονδήποτε τρόπο αναίρεση της δημιουργικότητας είναι αντιανθρώπινη. Προϊόν της δημιουργικότητας και, ταυτόχρονα, του πλούτου που αυτή προσφέρει στον άνθρωπο είναι οι διαφορές. Γι’ αυτό, η κοινωνική ανάπτυξη, αν και διεξάγεται κατά κοινά στάδια, παρουσιάζει μεγάλη ποικιλία μορφών. Για παράδειγμα, η αρρενολοχία, η ιερότητα των εμμήνων, ο ασκητισμός κ.ά. εμφανίζονται σε ορισμένες μόνο κοινωνίες.

Δύναμη είναι το ουσιαστικό γνώρισμα της κοινωνικής σχέσης, της διάδρασης, η οποία συνιστά το δομικό στοιχείο του κοινωνικού συστήματος. Πρώτος, από όσο γνωρίζω, που έκανε εκτενή περιγραφή της δύναμης και του γοήτρου είναι ο T. Hobbes (1962:114-22). Ορίζει «ως γενική τάση όλων των ανθρώπων, μια συνεχή και ακατάβλητη επιθυμία για ολοένα νέα δύναμη, που δεν σταματά παρά μόνο με το θάνατο». Επισημαίνει ότι «οι βασιλείς, που έχουν τη μεγαλύτερη δύναμη, προσπαθούν να την εξασφαλίσουν με νόμους στο εσωτερικό ή με πολέμους στο εξωτερικό»  και ότι «ο τρόπος κάθε ανταγωνιστή για να εκπληρώσει την επιθυμία του (για δύναμη) είναι να σκοτώσει, να υποτάξει, να εκτοπίσει και να αποκρούσει τον άλλον» (ibid 123). Τη σημασία της για την ανάλυση επαναφέρει στις αρχές του 20ού αι. ο M. Weber και την ορίζει ως την «πιθανότητα επιβολής της ίδιας βούλησης εντός μιας κοινωνικής σχέσης, ακόμη και ενάντια σε αντίσταση…» (Weber 2005:56) και ως «κίνητρο» που παίρνει «μορφή αυτόνομης διαχείρισης των ανθρώπων που εξαρτώνται από τις διαταγές…» (ibid. 118). Συμπληρώνει ότι «η αποστέρηση του συνόλου των εργατών από την κατοχή των μέσων παραγωγής πραγματοποιήθηκε…και μέσω καθαρών συσχετισμών δύναμης» (ibid. 154). Σε συνέχεια, γενικεύεται το ενδιαφέρον στην έννοια της δύναμης. Στα 1938 ο B. Russell (1986:19) διευκρινίζει ότι, η δύναμη συνεπάγεται την πρόθεση, και ο R. Dahl (1986:47) ότι, «…στις κοινωνικές επιστήμες η δύναμη είναι απλά ένας όρος για τη σχέση αιτίας μεταξύ των ανθρώπων…». Κατά τη δεκαετία του ’60 διαμορφώνεται η πολιτική ανθρωπολογία με βάση τη διαπίστωση, ότι δεν υπάρχει κοινωνία χωρίς πολιτική δύναμη (Balandier 1972:78) και ότι η δύναμη δημιουργεί ασυμμετρία και ιεραρχία στις κοινωνικές σχέσεις (ibid. 37˙ Goldman 1986:162).

Το 1976 ο M. Φουκώ δίνει στη δύναμη τον πρωτεύοντα ρόλο στην κοινωνική δυναμική. Υποστηρίζει ότι «εξουσία είναι το πλήθος των σχέσεων δύναμης…το κινούμενο υπόβαθρο των σχέσεων δύναμης» και ότι «οι πολλαπλές σχέσεις δύναμης…διατρέχουν το σύνολο του κοινωνικού σώματος» (Φουκώ 1982:115,118). Επισημαίνει ότι κάθε μορφή δύναμης παράγει ρητορική αλήθειας (Foucault 1994:11) και ότι η αλήθεια αυτή «με τη σειρά της αναπαράγει τη δύναμη» (Foucault 1986:11)  Τέλος, ο S. Lukes (2007:119) θεωρεί «ότι ο Α ασκεί εξουσία επάνω στον Β όταν ο Α επιδρά στον Β κατά τρόπο ενάντιο στα συμφέροντα του Β». Στους παραπάνω ορισμούς ταυτίζεται η δύναμη με την εξουσία.

Από τα παραπάνω προκύπτει ότι η δύναμη εκδηλώνεται με τρείς μορφές που συνδέονται με διαφορετικά στάδια της κοινωνικής οργάνωσης: α) ¨δύναμη για¨, β) ¨δύναμη επί¨ και γ) ¨εξουσία¨. Η πρώτη μορφή, η ¨δύναμη για¨, υφίσταται, ενεργός ή λανθάνουσα, σε όλους τους ανθρώπους. Αναπτύσσεται στην περίοδο φροντίδας του νηπίου και αποτελεί την πηγή του κοινοτισμού και της αλληλεγγύης. Συνδέεται με τον κοινοτισμό (communitas) και αναδύεται σε περιόδους κοινωνικών κρίσεων.

Βασική διαφορά ανάμεσα στη ¨δύναμη για¨ και στη  ¨δύναμη επί¨ είναι ότι η πρώτη είναι καθολική για όλους τους ανθρώπους, διαμορφώνεται στο στάδιο της ανθρωποποίησης σε σύνδεση με την communitas –που θα εξεταστεί αργότερα- και διαρκεί εφ’ όρου ζωής, ενεργός ή λανθάνουσα. Τροφοδοτεί τα συναισθήματα αγάπης, αλληλεγγύης, έρωτα και κοινωνικής συνοχής. Αντίθετα, η δεύτερη είναι σχετική με τις συνθήκες της κοινωνικής οργάνωσης. Ορισμένοι ανθρωπολόγοι  προσέγγισαν τη διαφορά αυτή με σχετικά σχήματα: Ο H. Maine (1861) με τη διαφορά status/contract ή «ως κατάσταση»/»ως συνθήκη». Ο Ε. Durkheim (1910) με τη διαφορά μηχανική/ οργανική συνοχή. Ο R. Linton (1936) με τη διαφορά status ascribed/ status achieved ή «τι είμαι»/»τι κάνω» κ.ά.

Η ¨δύναμη επί¨ δεν είναι απλά ιδιότητα των ατόμων αλλά ιδιότητα μιας σχέσης τους που εκδηλώνεται στις ασύμμετρες κοινωνίες. Χαρακτηρίζεται από: α) Τη συμμόρφωση ή συναίνεση του ενός μέλους να εκτελέσει πράξεις ή συμπεριφορές μη συμφέρουσες για τον ίδιο, κάτω από τη διαταγή του άλλου. β) Τον εξαναγκασμό να διαπράξει αυτές τις πράξεις ή συμπεριφορές κάτω από την απειλή ποινής και στέρησης ή κάτω από ψυχολογική επιρροή. Όταν η σχέση αυτή αποκτήσει θεσμική νομιμοποίηση, τότε η ¨δύναμη επί¨ μετατρέπεται σε εξουσία, που είναι η τρίτη μορφή της δύναμης.

Τα μέσα τα οποία χρησιμοποιούντα για το πέρασμα στη ‘’δύναμη επί΄΄ και στην εξουσία, οπότε προκύπτει η διαμόρφωση της ανισότητας, λέγονται κεφάλαια και είναι τρία. α) Το συμβολικό κεφάλαιο, δηλαδή, η ιδιαίτερη ή μαγική γνώση ικανή να συλλάβει τις πιέσεις του συστήματος ή των φυσικών όρων, που ξεπερνούν τη θέληση του ανθρώπου και το πλαίσιο της εμπειρίας του.. β) Το κοινωνικό κεφάλαιο, δηλαδή, το πλήθος των εμπίστων ή οπαδών που διατίθενται να υποστηρίξουν ένα άτομο να διεκδικήσει περισσότερη δύναμη. γ ) Το υλικό κεφάλαιο, δηλαδή, ο πλούτος σε γη ή υλικά αγαθά. Χρησιμοποιούνται μεμονωμένα ή σε συνδυασμό. Κάτω από ποια πίεση και ποιες συνθήκες η ‘’δύναμη για’’, που είναι αυτοφυής στον άνθρωπο, μετατρέπεται σε ‘’δύναμη επί’’ και σε εξουσία;

H εγγενής τάση του κοινωνικού συστήματος για αύξηση της παραγωγικότητας είχε αρχικά ως αποτέλεσμα την ανάπτυξη της τεχνολογίας: εγκαταστάσεις, αποθήκευση, θερισμός, συλλογικό κυνήγι, διεύρυνση των πηγών. Άμεσο αποτέλεσμα ήταν η αύξηση του πλεονάσματος. Αυτό επέτρεψε σε ένα μέλος της ομάδας να αποσπαστεί από την εργασία παραγωγής και να απασχοληθεί με ζητήματα ελέγχου της διαχείρισης και των ανταλλαγών, που εξυπηρετούσαν με τη σειρά τους την αύξηση της παραγωγικότητας. Συνεπώς, άλλαζε ο καταμερισμός εργασίας και η οργάνωση της κοινωνικής δομής. Δημιουργήθηκε μια μορφή ανισότητας ρόλων. Όσα μέλη επήραν το ρόλο του ελέγχου και της διαχείρισης –τόσο του εσωτερικού της ομάδας όσο και των ανταλλαγών με τις άλλες ομάδες- όφειλαν να εποπτεύουν τους εργαζόμενους στην παραγωγή. Έτσι, «ενεργώντας στον εξωτερικό κόσμο και αλλάζοντάς τον, ο άνθρωπος αλλάζει ταυτόχρονα και και τη δική του φύση» (Marx 1973:173˙ Sahlins 1976:126). Εκείνοι που ασκούσαν τη διαχείριση, οι ενήλικοι άνδρες, μετέτρεψαν αναγκαστικά για τις ανάγκες του ρόλου τους τη ¨δύναμη για¨ σε ¨δύναμη επί¨. Η μεταστροφή έγινε με βάση την αυθεντία της γνώσης, με το συμβολικό κεφάλαιο. Πρώτη μορφή ανισότητας ήταν η ανδροκρατία.

Η ανισότητα των φύλων και η «δύναμη επί» της ανδροκρατίας δεν καθιερώθηκαν άμεσα και ομαλά. Ξεκίνησαν από το τελευταίο στάδιο της κυνηγο-τροφοσυλλεκτικής κοινωνίας αλλά άρχισαν να εδραιώνονται από το στάδιο μεικτής παραγωγικής κοινωνίας -με γεωργική καλλιέργεια και εξημέρωση- το οποίο εμφανίζεται  ταυτόχρονα  σε  όλη  τη  γη  στα -9.000 (Scheinsohn 2003:352). Οι περισσότερες θεωρίες που την εξηγούν την αποδίδουν είτε στη μυϊκή δύναμη του άνδρα, παρόλο που η φυσική αντοχή της γυναίκας είναι ίσως μεγαλύτερη, είτε στην πολυγαμικότητα του άνδρα, παρόλο που η γυναίκα έχει την ικανότητα για πολλαπλάσιες συνουσίες στην ίδια ημέρα σε σχέση με τον άνδρα. Όμως δεν προκύπτει από τέτοιους λόγους ούτε από την άμεση διαχείριση και τον έλεγχο του περιβάλλοντος αλλά από τη διαχείριση και τον έλεγχο των κοινωνικών σχέσεων. Οι λόγοι για την επικράτηση της ανδροκρατίας είναι κοινωνικοί. Ο οικονομικός καταμερισμός των εξισωτικών κοινωνιών με τη γυναίκα στη συλλογή και τον άνδρα στο κυνήγι δεν είναι επαρκής για να μετασχηματίσει τη ¨δύναμη για¨ των ανδρών σε ¨δύναμη επί¨. Εξάλλου, συνέβαινε συχνά να μετέχουν και οι γυναίκες στο κυνήγι ή να κυνηγούν μόνο αυτές μικρά ζώα. Στις μεγάλες επιχειρήσεις κυνηγιού που διαρκούσαν πολλές ημέρες υπήρχε ασφαλώς κάποιος άνδρας συντονιστής, χωρίς ο καταμερισμός αυτός της εργασίας να επηρεάζει τη ¨δύναμη για¨, χωρίς ο συντονιστής να παίρνει τον τίτλο του αρχηγού. Το κυνήγι δεν είχε μεγαλύτερη αξία από τη συλλογή, για να δώσει υπεροχή στον άνδρα που κυρίως το διαχειριζόταν, δεδομένου ότι, γενικά, η γυναίκα έφερνε περισσότερα, το 70% της τροφής για την επιβίωση της ομάδας –αυτό έχει επαληθευτεί από σχετικές μελέτες. Είχε, όμως, σημασία για τις σχέσεις της ομάδας με τις γειτονικές της. Η δύναμη μετασχηματίζεται από τον κοινωνικό καταμερισμό, που διαχειρίζεται τις κοινωνικές σχέσεις και, όχι από τον οικονομικό που διαχειρίζεται τη φύση.

Στο τελευταίο στάδιο των παγετώνων το θήραμα συνίσταται από μεγάλες αγέλες θηλαστικών. Από την άλλη πλευρά, η τεχνολογία έχει περάσει στο στάδιο των εγκαταστάσεων, δηλαδή στην κατασκευή φραχτών που εγκλωβίζουν την αγέλη και αποφέρουν μεγάλη ποσότητα σφαγίων, τόση ώστε δεν μπορεί να καταναλωθεί από της ομάδα σε 48 ώρες, που παραμένει το κρέας νωπό. Γι’ αυτό, οι κυνηγοί, με βάση την αρχή της ανταπόδοσης καλούν τις γειτονικές ομάδες και με τελέσεις κάνουν διανομή των σφαγείων. Η διαχείριση των σχέσεων με τους γείτονες για τη διεξαγωγή της διανομής τους προσφέρει ένα ξεχωριστό ρόλο, γιατί αποκτούν το δικαίωμα να παίρνουν αποφάσεις και να διαπραγματεύονται με ξένους για λογαριασμό όλης της ομάδας. Η κατάκτηση της πρωτοβουλίας αυτής διαφοροποιεί την κοινωνική θέση τους σε σχέση με τα άλλα μέλη της ομάδας, με τις γυναίκες και τα παιδιά. Η διαφοροποίηση αυτή μετατρέπει τη ¨δύναμη για¨ σε ¨δύναμη επί¨.

Τα μέτρα καταπίεσης που εφάρμοσε η ανδροκρατία είναι πολλά. Επέβαλε τη θυγατροκτονία, π.χ. στην Ινδία. Φυλάκισε τη γυναίκα μέσα σε ένα πλήθος ταμπού: ταμπού περιόδου, ταμπού εγκυμοσύνης κ.ά. (Webster 1952), γιατί τη θεώρησε πηγή μιάσματος. Στην Αφρική την θεωρούν υπεύθυνη της μετάδοσης του AIDS (Seidel & Vidal 2005:48). Mε την αρρενολοχία, που εντοπίστηκε σε 58 κοινωνίες (Broude 1989:735), ο πατέρας παριστάνει τον έγκυο, όταν η γυναίκα ετοιμάζεται να γεννήσει, για να σφετεριστεί τη μητρότητα. Σε ορισμένες κοινωνίες, ιδίως στη Νέα Γουινέα, οι άνδρες ζουν χωριστά και όλοι μαζί σε ανδρωνίτη, περιφραγμένο, που οι γυναίκες απαγορεύεται να το πλησιάσουν, γιατί περιέχει τελετουργικά αντικείμενα (Weiner 1985:578). Στους Μπαρούγια (Baruya) της Νέας Γουινέας ο άνδρας υπερέχει σε στολισμό, όπως στις περισσότερες προκαπιταλιστικές κοινωνίες, κατέχει τα μέσα παραγωγής, δηλαδή και τα εργαλεία της γυναίκας, τρώει την καλύτερη μερίδα, ελέγχει τη γη, τις τελέσεις και τις σχέσεις με τους ξένους, ενώ οι γυναίκες παραμερίζουν να περάσει όταν τον συναντήσουν, υπακούουν στις σεξουαλικές απαιτήσεις του και πίνουν το σπέρμα του, παρόλο που μπορούν να γίνονται και εκείνες σαμάν και να πολεμούν με άλλες γυναίκες (Godelier 1988:9-19). Οι γυναίκες των Λαπώνων αποκλείονται από τις τελετουργίες στους θεούς (Yates 1991:266). Οι σχέσεις με τις άλλες κοινότητες ανήκουν αποκλειστικά στους άνδρες. Σε χώρες του Ισλάμ η γυναίκα δολοφονείται εάν βιαστεί. Όταν πεθάνει ο  άνδρας στις Ινδίες, η γυναίκα του θυσιάζεται ή φονεύεται. Στη Δυτική κοινωνία αποκλείεται από τον κλήρο, περιορίζεται στο γυναικωνίτη, εκπορνεύεται, γυμνώνεται και μέχρι πρότινος αποκλειόταν από τις τέχνες -ακόμα δεν υπάρχει γυναίκα μαέστρος- από την ψήφο, από την ανώτερη εκπαίδευση κ.ά,

Πιο διαδομένη μορφή υποτέλειας είναι η πολυγυνία. Προσφέρει στον άνδρα την απόκτηση κοινωνικού κεφαλαίου –δηλαδή, τη συνδρομή από τα γένη των γυναικών του-, την αύξηση του γοήτρου και την παραγωγή πλούτου. Οι κυνηγοί κεφαλών έκαναν επιδρομές για να αποκτήσουν σκλάβες, που θα δουλέψουν τη γη και θα παράγουν αγαθά. Τυπική μορφή πολυγυνίας ήταν εκείνη που ασκούσαν οι Κάφροι. Ο γενάρχης είχε πολλές παλλακίδες, κάθε μια με τη δική της καλύβα, και τους διένεμε τη γη να τη δουλέψουν για λογαριασμό του (Schapera  1981:139).  Εκτός από τις μορφές κοινωνικής οργάνωσης και την αλλαγή στις παραγωγικές σχέσεις, η ανδροκρατία επέφερε και άλλες αλλαγές στον κοινωνικό σχηματισμό. Η πολυγυνία είναι μια από τις πιο σοβαρές. Διαδόθηκε σε εξάρτηση με την αλλαγή των παραγωγικών σχέσεων, γιατί αυξάνει την παραγωγικότητα. Επιτρέπει τον έλεγχο και την εντατικοποίηση της εργασίας, τη δημιουργία δικτύων ανταλλαγής με τα γένη των γυναικών, καθώς και τη σύναψη συμμαχιών με αυτά (Ross 2006:25).

Για να επισφραγιστεί και να εδραιωθεί η διάκριση των ανδρών διαμορφώθηκαν οι διαβατήριες τελετουργίες. Οι διαβατήριες συνιστούν διαδικασία σωματοποίησης της βίας, εγγραφή της μνήμης στο σώμα (Clastres 1992:193). Έχουν τριμελή δομή: α) αποχωρισμός -απόσπαση από την κοινότητα, β) πέρασμα ή κατώφλι –αμφισήμαντη κατάσταση με νηστείες και δοκιμασίες, γ) επανένταξη –αποκατάσταση στην κοινότητα με ανώτερο status. Τα παιδιά που προορίζονται για μύηση αρπάζονται με βία από τη μητέρα τους, απομονώνονται και υφίστανται εκφοβισμό με μάσκες και ορισμένα βασανιστήρια. Στο τέλος επιστρέφουν στην κοινότητα με το αίσθημα του κυρίαρχου. Η βία που υπέστησαν εσωτερικά μετατρέπεται σε επιθετικότητα προς τα έξω (Bloch 1992:6), όπως συμβαίνει ακριβώς με την εκπαίδευση των σύγχρονων βασανιστών. Έχει  επισημανθεί ότι σε όλες τις τελετουργίες, στο βάθος των ποικιλιών τους –βάπτιση, γάμος, κηδεία-, υπάρχει το κοινό μοντέλο των δαβατηρίων (Spencer & Gillen 1931:287· Gennep 1960:191· Bloch 1992:79), άρα, περιέχουν ομοίως επιθετικότητα. Το “υπ-ανδρεύομαι”, ο γάμος, που αποτελεί ανάτυπο των διαβατηρίων (Σκουτέρη-Διδασκάλου 1980:159), στην Αφρική λέγεται «τρώω τη γυναίκα» (Bloch 1992:69). Οι διαβατήριες εξαπλώθηκαν στην Αυστραλία και με διάφορες παραλλαγές εμφανίστηκαν και σε άλλες περιοχές του πλανήτη. Διαμορφώθηκαν από βαθμιαία επιβολή της ανισότητας των φύλων, ως θεσμός για την επισφράγιση και την εδραίωση της κοινωνικής υπεροχής των ανδρών. Στους Ινδιάνους έχει τη μορφή επιφοίτησης από το alter ego –φύλακα άγγελο. Πρόκειται για την πρώτη μορφή ανισότητας που καθιερώθηκε στην ανθρωπότητα.   Η ανδροκρατία επικράτησε με διάφορες μορφές κοινωνικής οργάνωσης, ανάλογα με τις κοινωνικο-ιστορικές συνθήκες.  Στην Αυστραλία  διαμορφώθηκε σε γεροντοκρατία. Διαμέσου των διαβατηρίων, οι γέροντες που τις διεύθυναν, γιατί θεωρούνται αυθεντίες κρατούσαν τον έλεγχο των γυναικών επιβάλλοντας την πολυγυνία, καθώς επίσης και των νέων, που τους εμπόδιζαν να παντρευτούν, κρατώντας για λογαριασμό τους τις νεαρές γυναίκες. Ο θεσμός του γάμου ήταν θεσμός πολιτικής εξάρτησης των νέων, γι’ αυτό, γινόταν αιτία συχνών συγκρούσεων των νέων με τους πρεσβύτερους. Το μέσο που χρησιμοποίησαν για την αύξηση της δύναμης σε ¨δύναμη επί¨ ήταν το συμβολικό κεφάλαιο. Κατείχαν τη μυστική γνώση των προγονικών μύθων, διαμέσου των διαβατηρίων, και σφετερίστηκαν τις τελέσεις -κηδείας, ανταλλαγών κ.ά.- που τις επένδυσαν με τη γνώση του υπερβατικού. Ένας από τους τρόπους που ξεχωρίζουν οι κάτοχοι της ¨δύναμης επί¨ είναι ότι αυτοί έχουν το δικαίωμα να δίνουν την ευλογία τους στους άλλους. Οι γυναίκες δεν είχαν αυτό το δικαίωμα, ενώ στις εξισωτικές κοινωνίες της άμεσης ανταπόδοσης όπου επικρατούσε η ¨δύναμη για¨, όπως στην Αυστραλία, δεν το είχε κανείς (Kratz 1997:215).

Οι κοινωνικές διακρίσεις χρησιμοποιούν κάθε διαφορά για να επισημάνουν τις ανισότητες δύναμης. Ισχυρότερη διάκριση στην εποχή μας είναι ο ρατσισμός. Πηγάζει από την επέκταση των λευκών στις άλλες ηπείρους, από την αποικιοκρατία και στηρίζεται στη διαφορά του χρώματος και στην έννοια της φυλής. Αλλά η διαφορά χρώματος πηγάζει και από ταξικούς όρους˙ για παράδειγμα, στην Ωκεανία καθώς και σε άλλες περιοχές, οι αριστοκράτες ήταν λευκοί ενώ οι αγρότες ήταν μελαψοί, αν και ανήκαν στην ίδια φυλή. Όσον αφορά τη φυλή, αυτή επινοήθηκε από την αγγλική αποικιοκρατία στην Αφρική για λόγους διοίκησης. Πρόσφατα ο ρατσισμός ενισχύεται από το ρεύμα της μετανάστευσης. Στα πρώτα της χρόνια η φυσική ανθρωπολογία τάχθηκε υπέρ του ρατσισμού. Ο αμερικανός Morton υπεστήριξε, με βάση την κρανιομετρία, ότι οι μαύροι είναι κατώτεροι διανοητικά από τους λευκούς, γιατί έχουν μικρότερο όγκο εγκεφάλου. Αποκαλύφτηκε, όμως, ότι έκανε απάτη και τα κρανία των μαύρων που μετρούσε ήταν γυναικεία. Η κοινωνική ανθρωπολογία τάχθηκε εξαρχής εναντίον του ρατσισμού, κυρίως με τον F. Boas, ο οποίος υποστήριξε ότι οι κουλτούρες όλων των λαών είναι ισότιμες. Στην υπεράσπιση του ρατσισμού τάχθηκε η ευγονική που απέδιδε τον τέλειο τύπο του ανθρώπου στην αρεία φυλή και καταδίκαζε τους άλλους τύπους στην εξαφάνιση. Η ευγονική εφαρμόστηκε στη ναζιστική Γερμανία και στις ΗΠΑ με πολλά θύματα. Καταδικάστηκε το 1948 από τον ΟΗΕ αλλά επιζεί με έδρες πανεπιστημιακές με το όνομα βιοηθική. Αλλά σύμφωνα με τις προδιαγραφές και τα πρότυπα που έθετε η ευγονική, ο Ιησούς έμενε έξω από τους καθαρόαιμους. Τα βασικά λάθη του ρατσισμού είναι ότι: α) τα βιολογικά γνωρίσματα προσδιορίζουν την ευφυία και β) τα κοινωνικά δικαιώματα καθορίζονται από το χρώμα.Όμως, δεν μπορεί να εξηγήσει γιατί αλλάζει η συμπεριφορά του ανθρώπου χωρίς να αλλάζει το χρώμα του.

Η γεωργία προκάλεσε μια αλυσωτή σειρά αλλαγών: μόνιμη εγκατάσταση που επιτρέπει την αποθήκευση, περιορισμό της χρονικής απόστασης στην τεκνοποιία που οδηγεί σε αύξηση του πληθυσμού, βελτίωση στη διαχείριση της παραγωγής και μεγάλη αύξηση του πλεονάσματος. Η γη μετατρέπεται, από αντικείμενο της παραγωγής σε μέσο της παραγωγής. Χάρη στη ανάπτυξη της παραγωγικότητας το υλικό κεφάλαιο διευκόλυνε την ανάπτυξη της ¨δύναμης επί¨ αλλά η συμβολή του ήταν ακόμα περιορισμένη. Την πρώτη θέση τη διατηρούσε το συμβολικό κεφάλαιο με δεύτερη την εμφάνιση του κοινωνικού.

Η εξέλιξη της πολιτικής οργάνωσης των κοινωνιών είναι η εξής: εξισωτικές, ακέφαλες, φυλαρχία, ηγεμονία, κράτος. Τις εξισωτικές κοινωνίες τις διαδέχονται οι ακέφαλες που σχηματίζονται στην αρχή της γεωργίας. Οι γυναίκες ασχολούνται με την κηποκαλλιέργεια ή με την κινητή γεωργία και με τα μικρά ζώα, κυρίως με τα πουλερικά. Οι άνδρες ασχολούνται ακόμα με το κυνήγι/ψάρεμα ή με την κτηνοτροφία και βοηθούν τις γυναίκες στο κόψιμο των δένδρων, όταν πρόκειται για κινητή γεωργία. Οι εξισωτικές και οι ακέφαλες κοινωνίες υπάγονται στις απλές κοινωνίες, γιατί αν και μετασχηματίζεται η κοινωνική δομή δεν έχει οργανωθεί ακόμα η συγκεντρωτική εξουσία.

Στις ακέφαλες κοινωνίες επικρατούσε αρχικά η μητροτοπικότητα. Μετά το γάμο το ζευγάρι έκανε διαμονή στον τόπο που ζούσε το γένος της γυναίκας ή σε μεγάλο σπίτι μαζί με άλλους συγγενείς. Η μητροτοπικότητα, καθώς και η μητρογράμμιση, που συνήθως τη συνοδεύει, διασπείρουν τους άνδρες από το δικό τους σόι, οπότε τους δυσκολεύουν να συνάψουν συμμαχίες με συγγενείς άνδρες και να αποκτήσουν κοινωνικό κεφάλαιο. Γι’ αυτό, οι κοινωνίες αυτές είναι πιο ειρηνικές, αν και τη διαχείριση των εξωτερικών σχέσεων τη διατηρούν οι άνδρες. Όταν οι άνδρες μπούνε την αρένα των ανταγωνισμών, τότε αναγκαστικά μετατρέπουν το σύστημα σε πατριαρχικό (Keegan & Maclachlan 1989:625).

Η αρχή της ανταπόδοσης διατηρείται στις ακέφαλες κοινωνίες. Υπερισχύει η ανδροκρατία και ο εξισωτισμός περιορίζεται στα μέλη του ίδιου φύλου.  Εάν υπάρχει αρχηγός, για λόγους καλύτερης διαχείρισης, έχει την υποχρέωση εξασφαλίζει τροφή για όλους, αλλιώς καθαιρείται. Η γη ανήκει στο γένος και δεν πουλιέται, όπως ίσχυε στους Ρώσους και στους Τεύτονες και, μέχρι πρόσφατα στους Μπαντού της Αφρικής (Dalton 1981:67). Το άτομο δεν κληρονομεί ούτε έχει ιδιοκτησία, όπως και στους εξισωτικούς. Γι’ αυτό, τα εργαλεία και τα άλλα υπάρχοντα του νεκρού καίγονται μαζί του, ώστε να αναστέλλεται η συσσώρευση πλούτου (Thurnwald 1931:444). Ομοίως καίνε ή θάβουν τα υπάρχοντά του οι φυλές στα Στενά του Τόρες (Haddon 1889:318), οι Μάρντζιν (Murngin) της Αυστραλίας (Warner 1964:410), οι Πόμο (Pomo} της Καλιφόρνιας (Vayda 1981:496), οι Ασέ της Παραγουάης (Clastres 1972:245), καθώς και πολλοί άλλοι, κατά το πλείστον τροφοσυλλέκτες (Goody 1976:12). Άρα, δεν υπάρχει υλικό κεφάλαιο. Υπάρχει όμως πλεόνασμα που μπορεί να τροφοδοτήσει τη ¨δύναμη επί¨. Οπότε, αυτή εκδηλώνεται, κυρίως στο ανδρικό φύλο, με βάση το συμβολικό ή το κοινωνικό κεφάλαιο. Το δεύτερο προσφέρεται στις κοινωνίες αυτές λόγω της στέρεας συγκρότησης της συγγένειας, που θα εξεταστεί στο επόμενο.

Επειδή η ¨δύναμη επί¨ συνεπάγεται την επιβολή της θέλησης στους άλλους, ωθεί αναπόφευκτα σε συγκρούσεις. Ο πιο αποτελεσματικός τρόπος για την εκπλήρωση του στόχου της είναι το κοινωνικό κεφάλαιο, η συμπαράσταση των συγγενών, σε συνδυασμό συνήθως και με το συμβολικό κεφάλαιο. Επομένως, οι συγκρούσεις που χαρακτηρίζουν τις ακέφαλες κοινωνίες διεξάγονται μεταξύ σογιών ή γενών. Οι συγκρούσεις αυτές μπορεί να διαιωνίζονται στο διηνεκές, γιατί παράλληλα λειτουργεί και η αρχή του εξισωτισμού, ώστε όταν κάποια πλευρά δείχνει να επικρατεί, τότε συσπειρώνονται οι άλλες εναντίον της. Εάν επικρατήσει κάποιο γένος, τότε αυτό γίνεται ¨οίκος¨ και τα άλλα γένη ή κλαν περνούν σε σχέσεις εξάρτησης ή υποτέλειας  προς αυτό.

Οι ακέφαλες κοινωνίες υπάγονται στο φυλετικό σύστημα, το οποίο διέπει τις μορφές της κοινωνικής και πολιτικής οργάνωσης πριν την εμφάνιση του κράτους. Συνιστά άθροισμα γενών και            η διαχείρισή της ασκείται από τους δημογέροντες ή γενάρχες ή πρεσβύτερους (=σεβάσμιους). Εάν ένα άτομο προκαλέσει βλάβη σε άτομο άλλης φυλής, το διακανονισμό και την ποινική ευθύνη την αναλαμβάνει η φυλή. Η ‘’δύναμη επί’’ ασκείται από τους γενάρχες με βάση το συμβολικό κεφάλαιο, γιατί αυτοί είναι οι σοφοί. Αυτοί κατέχουν τη μυστική γνώση, οργανώνουν τις τελέσεις, ελέγχουν τις γυναίκες και τις συγγενικές σχέσεις, ρυθμίζουν τις ανταλλαγές και τις διενέξεις και, όταν πεθάνουν γίνονται πνεύματα που μεταβιβάζουν την ιερή δύναμή τους στον διάδοχό τους. Η προγονολατρεία αποτελεί την πρώτη πηγή συμβολικού κεφαλαίου που τροφοδοτεί τη ‘’δύναμη επί’’ και την ανισότητα. Στηρίζει τη νομική εξουσία των γερόντων και ρυθμίζει την πολιτική διαδοχή (Geertz).

Άλλη πηγή δύναμης είναι ο σαμάν, χάρη στην ικανότητά του να θεραπεύει προβλήματα των ατόμων ή της κοινότητας, όπως π.χ. ο βροχοποιός. Παλαιότερα χαρακτήριζαν όλη τη ζωή του με τη μαγεία και τον ονόμαζαν μάγο. Πίστευαν επίσης ότι ήταν νευρωτικό άτομο αλλά η έρευνα αποκάλυψε ότι αυτό δεν ισχύει (Heinze 1986). Ο σαμανισμός παρουσιάζει μεγάλη ποικιλία παραλλαγών, που κάνουν δύσκολες τις γενικεύσεις. Γενικά, εκφέρει μια μορφή αυθεντίας, το ¨χάρισμα¨, με βάση την τεχνική της συνδιαλλαγής με τη φύση που ο ανιμισμός την έχει γεμίσει πνεύματα. Οι σαμάν κατέχουν ισχυρή ¨δύναμη επί¨ που την αντλούν από τα πνεύματα και από τα ζώα. Πρώτος συνομιλητής τους είναι τα πνεύματα των προγόνων και των ζώων και πολλοί μεταμορφώνονται σε ζώα. Προβάλλουν έντονα τη ¨δύναμη επί¨ με το περίπλοκο και τη μυστικότητα της τελετουργίας, με το φανταχτερό στολισμό, με τη χρήση ακατάληπτης γλώσσας και με την επικοινωνία με τα πνεύματα, ώστε αυτή να εκφράζει πολιτική δύναμη (Cazeneuve 1971:192-95). Δεν ασχολούνται με τη μαγγανεία, αντίθετα, είναι θεραπευτές και προστατεύουν την κοινότητα από τα πνεύματα, όπως οι πολεμιστές και οι ¨μεγάλοι άνδρες¨ την προστατεύουν από τους εχθρούς. Η λέξη «σαμάν» προέρχεται από τους Τουνγκούς (Tungus) της Σιβηρίας, όπου ο σαμανισμός είχε πλατιά διάδοση.

Παντού ο σαμάν εκτελεί επιτέλεση κατά την οποία περνά σε κατάσταση έκστασης με τη βοήθεια τυμπάνου και χορού –η έκσταση είναι κοινωνικά τυποποιημένη συμπεριφορά και στις τελέσεις εκδηλώνεται συλλογικά. Στους Σαν της Ν. Αφρικής βλέπει και όραμα. Παριστάνει ότι κοιμάται ή πεθαίνει και, όπως στις διαβατήριες, ξαναγεννιέται έχοντας ενσωματώσει ένα πνεύμα ή ζώο. Στους Μπατέκ (Batek) της Σουμάτρας ξαναγεννιέται ως «τρίτο φύλο» και στην Κορέα ως γυναίκα. Χορεύει, τραγουδά, λέει ακατάληπτα λόγια και ταξιδεύει «πετώντας» για να βρει τα πνεύματα που θα τον βοηθήσουν. Επικοινωνεί με τα πνεύματα και τους νεκρούς, θεραπεύει τους αρρώστους, ελέγχει τις τοτεμικές ιστορίες και κατέχει μυστική δύναμη. Το πιο σημαντικό είναι ο συνδυασμός τέλεσης προφητικής και μαζί εξευμενισμού προς τα πνεύματα που ελέγχουν τα ζώα και τον καιρό. Οι προφητείες του είναι πληροφορίες για το κυνήγι και τον καιρό. Στους Σαν ο σαμάν κάνει νυκτερινά ταξίδια για να δώσει πληροφορίες για τις πηγές. Ομοίως και η επίκλησή του κατά την τέλεση του «ονειρικού χρόνου» (dreamtime) της Αυστραλίας δίνει πληροφορίες για τις πηγές. Στους Ποκότ (Pokot} της Κένυας δίνει οδηγίες για το πότε θα καλλιεργήσουν, πότε θα φύγουν τα κοπάδια στις βοσκές, πότε θα κάνουν επιδρομή για γυναίκες κ.ά. Με τις προφητικές κρίσεις τους καθίστανται ισχυρά άτομα, ως αδόμητη μορφή πολιτικής εξουσίας (Bourgignon 1985:452· Krippner 1985:456· Guenther 2004:428  Peristiany 1975:194). Οι σαμάν ελέγχουν τον ηθικό κώδικα της κοινότητας, εκτός των άλλων διαδικασιών ελέγχου, αλλά δεν έχουν αυστηρή ιεραρχία. Υπήρχαν και γυναίκες σαμάν, για παράδειγμα στη Σιβηρία.

Ο σαμανισμός, που είναι διάχυτος και στα δύο ημισφαίρια, διαμορφώθηκε μάλλον σε ένα στάδιο μετά την πίστη στα πνεύματα των προεστών-προγόνων, γιατί δεν έχει τις ίδιες αμοιβαίες υποχρεώσεις προς την ομάδα που έχουν αυτοί, και διαφοροποιείται από τη διάκριση των φύλων. Συνεχίζει, όμως, την προγονολατρεία. Επιπλέον περιέχει στοιχεία των διαβατηρίων, άρα εμφανίζεται μετά από αυτές. Σαμάν μπορεί να είναι και γυναίκα, συνεπώς, πρόκειται για διάκριση ατομικού status μέσα στο ίδιο το φύλο του. Λειτουργεί παράλληλα με τον προεστό, ως κατώτερος από αυτόν, αλλά στους Κιουνάι (Künai) της Αυστραλίας έχει ήδη αποκτήσει υπεροχή  (Keen 2006:17). Aπό έρευνα σε 158 κοινωνίες προέκυψε ότι: α) η προγονολατρεία επικρατεί στις 19 και ο σαμανισμός στις 18 και β) κατά το πέρασμα στη γεωργία ο σαμανισμός μειώνεται ραγδαία, ενώ η προγονολατρεία αυξάνει (Sanderson & Roberts 2008:460). Με την ανακάλυψη της γεωργίας η προγονολατρεία ενισχύεται και από το συμβολισμό του ισχυρού δεσμού με τη γη, που υποκαθιστά το δεσμό με τα ζώα και αντανακλάται στην λατρεία των τάφων.

Άλλος τρόπος οργάνωσης, επίσης διαδομένος, είναι οι ηλικιακές ομάδες (age-sets). Αποτελεί προέκταση των διαβατηρίων και στηρίζεται ομοίως στο συμβολικό κεφάλαιο, στη μυστική γνώση. Οι άνδρες οργανώνονται σε μυστικές εταιρείες κατά ηλικία. Όταν αυξάνει η ηλικία των μελών, αυτά περνούν στην ανώτερη βαθμίδα με διαβατήριες τελετουργίες. Όσο ανώτερη είναι η ηλικιακή βαθμίδα των μελών, τόσο αποκτούν ισχυρότερη ¨δύναμη επί¨. Η πολιτική οργάνωση των Μπαντού της λίμνης Καβιρόντο συγκροτείται από τις ηλικιακές ομάδες και τους σαμάν (Wagner 1958:234).

Πολύ συχνά οι  μυστικές εταιρείες των ηλικιακών ομάδων αποκτούν κύριο πολιτικό ρόλο. Επικοινωνούν με τα πνεύματα και έχουν καθήκον να επιτηρούν την κοινωνική ευταξία και την υπακοή των γυναικών. Συνιστούν μιαν άλλη μορφή διαμόρφωσης κοινωνικής ιεραρχίας που εδράζει την αύξηση της δύναμης στο συμβολικό κεφάλαιο. Το τυπικό τους στηρίζεται στις διαβατήριες τελετουργίες. Είναι όλες ανδρικές εκτός από μία, την εταιρεία Σάντε (Sande) της Σιέρα Λεόνε, που αποτελείται από γυναίκες (Philips 1978:265). Τα μέλη τους περνούν σε ανώτερο βαθμό ιεραρχίας όσο αυξάνει η ηλικία τους, μέσω διαβατηρίων. Κατέχουν μυστική γνώση, μυστική γλώσσα και μυστικά σύμβολα και όργανα, που απαγορεύεται αυστηρά να τα προσεγγίσουν οι γυναίκες. Ο ρόλος τους είναι να επιβάλουν τον έλεγχο και την υπακοή στις γυναίκες και στα παιδιά. Το κυριότερο μέσο τους είναι οι μάσκες με φοβερή όψη που συμβολίζουν πνεύματα και στην Αφρική τις κρύβουν στο δάσος. Με αυτές τρομάζουν τις γυναίκες και φοβερίζουν τους νεόφυτους στις διαβατήριες ότι «θα τους φάνε». Είναι οι ¨τελεστές του θανάτου¨ στις διαβατήριες, εκπρόσωποι των προγόνων και όργανα πολιτικής εξουσίας, γι’αυτό οι δήμιοι των Γιουρούμπα εκτελούν φορώντας τις μάσκες της εταιρείας τους (Adler 1998:185). Αναφέρονται στους Ίμπο, Γιουρούμπα και Κικούγιου της Αφρικής, στη Νέα Γουινέα, στους Ζούνι (Zuňis) και στους Κβάκιουτλ (Kwakiutl), στη ΝΑ. Ασία και συνδέονται με το δράκο της Κίνας (Smith 1982:41˙ Sallabrass 1990:104˙ Gunther 1990:325˙ Tomkin 1992:225). Η εταιρεία Ngbe, όπως και οι άλλες μυστικές εταιρείες του Καμερούν περιλαμβάνει τους προεστούς και τους πλούσιους, που κατέχουν τις ανώτερες θέσεις, αλλά λειτουργεί συλλογικά, στο όνομα της εταιρείας και όχι στο όνομα αρχηγού. Ανακοινώνει με τύμπανα τις αποφάσεις των προεστών και επιβλέπει την τήρησή τους, αλλιώς επιβάλλει ποινές και πρόστιμα, τα οποία διανέμονται στους ανώτερους στην ιεραρχία  (Ruel 1956:8). Η εταιρεία Πόρο της Σιέρα Λεόνε ήταν ο κύριος οργανωτικός θεσμός. Ρύθμιζε τη συγκομιδή και τις περιόδους αγρανάπαυσης και ψαρέματος, όριζε τις τιμές της αγοράς, συντόνιζε τον πόλεμο και τιμωρούσε τη μαγγανεία (Layton 2003:141).

Οι μυστικές εταιρείες συνδέονται με τις γεωργικές κοινωνίες. Στην Αυστραλία, όπου επικρατούσε η τροφοσυλλογή, δεν υπήρχαν (Keen 2006:15). Εμφανίζονται στις ακέφαλες κοινωνίες και ορισμένες συνεχίζουν τη δράση τους στο στάδιο της φυλαρχίας στις υπηρεσίες του φυλάρχου. Στη Μελανησία ο σαμανισμός ενσωματώνεται στις μυστικές εταιρείες (Wallis 2002:743).

Οι ¨μεγάλοι άνδρες¨ αποτελούν χαρακτηριστικό των ακέφαλων κοινωνιών. Μελετήθηκαν στη Μελανησία, όπου αντιστοιχούν στο θεσμό του ανθρώπου-λεοπάρδαλη των Νουέρ της Αφρικής ο οποίος δεν έχει στρατό αλλά πιστούς οπαδούς και καλή διαχείριση παραγωγής/διανομής. Για την απόκτηση κοινωνικού κεφαλαίου χρησιμοποιεί κυρίως δύο τρόπους. Ο ένας είναι να επιλέγει νύφη ή νύφες με μεγάλο σόι, ώστε να εκμαιεύει την υποστήριξη των συγγενών –σε πολλές κοινωνίες, π.χ. στους Αζάντε, η υποστήριξη είναι μεγαλύτερη από τους συγγενείς εξ αγχιστείας παρά από τους εξ αίματος (Lienhardt 1969:97). Ο άλλος είναι να διαχειρίζεται το γόητρό του στην αρένα της οικονομικής ζωής, δηλαδή, να συμμετέχει σε πολλά δίκτυα ανταλλαγών και ανταπόδοσης και να διεξάγει πολλούς δωρισμούς, ώστε να εξαρτούνται πολλοί από αυτόν. Αντίθετα από τους προεστούς, ξεπερνά τους συγγενικούς κανόνες της ιεραρχίας ανοίγοντας νέο δρόμο στη διεκδίκηση εξουσίας, προβάλλει σαν άτομο (Gregory 1983:17). Με αυτά τα δεδομένα και με την ικανότητα που διαθέτει για να πείθει μπορεί να κινητοποιεί την κοινότητα παίζοντας το ρόλο αρχηγού. Τέτοιον τύπο αρχηγού συνάντησε και περιγράφει ο P. Clastres στη Ν. Αμερική Παραμένει, όμως, υπόχρεος στην κοινότητα και αν δεν ικανοποιεί τις ανάγκες της κινδυνεύει να εκπέσει ή και να καρατομηθεί. Εάν, όμως, αποκτήσει μεγάλη δύναμη κινδυνεύει να κατηγορηθεί ως μάγος και να εκπέσει. Συνεπώς, η πολιτική του δύναμη είναι ασταθής και παροδική (Burridge  1975:100).

Ο εξισωτισμός αντιδρά με διάφορα μέσα στην επικράτηση ενός αυταρχικού αρχηγού που προωθούν οι εναλλακτικές αυτές τάσεις: με κοινοκτημοσύνη της γης, με καταγγελία του υποψήφιου αρχηγού ως μάγου, με υποχρέωση των πλουσίων να ξοδεύουν μέρος του πλούτο τους σε φιέστες διανομής τροφής ή χορηγείες κ.ά. Επιπλέον, εάν κάποιος αποκτήσει υπερβολική δύναμη, οι άλλοι υποψήφιοι αρχηγοί συνασπίζονται εναντίον του για να τον εμποδίσουν. Γι΄ αυτό, η εγκαθίδρυση της φυλαρχίας χρειάστηκε πολλούς αιώνες συγκρούσεων για να στερεωθεί –αυτό συνέβη στον αιώνα του Χαλκού. Ο φύλαρχος χρησιμοποίησε σκληρή βία για να στερεωθεί. Χρειάστηκαν επίσης πολλές οδύνες και αλλαγές στην κοινωνία. Οι κυριότερες είναι:            Για να σταθεροποιήσει τη θέση του, ο φύλαρχος ή βασιλιάς εξοντώνει τους ανταγωνιστές του και είχε την πιθανότητα να διεκδικήσει το θρόνο. Για το λόγο αυτό επιβάλλει τον τρόμο και καθιερώνει τις ανθρωποθυσίες –ας σημειωθεί ότι ο κυρίαρχος λόγος της κουλτούρας μας, για να εξηγήσει τις θυσίες και να μην τις συνδέσει με την εξουσία, τις αποδίδει στο ‘’ανθρώπινο  αίσθημα’’. Κατά τον Robertson Smith (1908), η θυσία είναι επιβεβαίωση του δεσμού με το θεό. Στις εξισωτικές κοινωνίες δεν υπάρχουν θυσίες, συνεπώς αυτές συνδέονται με τη φυλαρχία.

Ο φύλαρχος μονοπωλεί το συμβολικό κεφάλαιο και ισχυρίζεται ότι είναι αρχιερέας ή γιός του θεού ή ο ίδιος ο θεός και ότι κατέχει τη δύναμη του υπερφυσικού –μέχρι το τέλος του Μεσαίωνα, στην Ευρώπη, ο βασιλιάς ήταν θεραπευτής. Για το λόγο αυτό, σφετερίζεται τις τελέσεις της κοινότητας και τις μετατρέπει σε τελετουργίες που τον εξυμνούν: στην ανάρρησή του, στις επετείους του κ.ά. Επενδύεται με πλήθος ταμπού-απαγορεύσεις, είναι απρόσιτος στους θνητούς και όποιος τον αγγίξει είναι καταδικασμένος να πεθάνει. Ο βασιλιάς-θεός αποτελεί την πηγή της θρησκείας. Πρόκειται για τη συνένωση του συμβολικού κεφαλαίου και της δύναμης που ασκούσαν οι λειτουργίες του συστήματος πάνω στη θέληση του ατόμου σαν κάτι το υπερβατικό, με το απόλυτο της εξουσίας του φυλάρχου. Για την επιβολή του σφετερίζεται τις τελέσεις και τις μετατρέπει σε τελετουργίες που προβάλλουν την εξουσιαστική δύναμή του. Όταν ο φύλαρχος πεθαίνει, ενταφιάζεται σε τεράστιο μαυσωλείο ή πυραμίδα και μαζί του θάβονται οι αυλικοί, οι γυναίκες του και τα άλογά του –στην Κίνα και οι στρατιώτες του. Οι τελετουργίες αυτές στερεώνουν το θεσμό της φυλαρχίας και εξυπηρετούν τον διάδοχό του. Οι αναπαραστάσεις των πεθαμένων βασιλιάδων και θεών τους απεικονίζουν  σαν τερατόμορφα όντα, που είναι χαρακτηριστικά στη Ν. Αμερική μαζί με τις ανβρωποθυσίες – ο τρόμος του θεού επιβίωσε στον Ιεχωβά.            Σε σύνοψη, ο βασιλιάς κατέχει την πολιτική και την ιεραρχική εξουσία, εκφέρει το νόμο και ορίζει τη ζωή των υπηκόων, οι οποίοι του προσφέρουν τη σοδειά για να έχουν την προστασία του (Beattie 1999:156).

Αρχικά υποστηρίχτηκε ότι οι «πρωτόγονοι» δεν είχαν θρησκεία (Baker 1866) αλλά στο τέλος του 19ου αι. και μέχρι το 1970 επικράτησε, κυρίως με το 8τομο έργο «Ο χρυσός κλώνος» του Frazer, η άποψη ότι ήταν βυθισμένοι στη μαγεία, η οποία προηγήθηκε από τη θρησκεία την οποία επέβαλε η φυλαρχία. O Frazer την απέδωσε στην αδυναμία του νου, στην προλογική σκέψη, κατά τον Levy Bruhl, και τη χώρισε σε δύο μεγάλες ομάδες, στη μιμητική και στη μεταδοτική. Σε συνέχεια ο Durkheim τη συνέδεσε με τις συλλογικές παραστάσεις, εννοώντας τις στερεότυπες ιδέες που μας επιβάλλει η κουλτούρα, πέρα από την εμπειρία μας. Αργότερα τη διαχώρισαν στη θεουργία και στη μαγγανεία ή μαύρη μαγεία. Στο βάθος, κατατάσσοντας τις απλές κοινωνίες στη μαγεία, η Δύση τις υποβάθμιζε σε ένα κόσμο στερημένο από λογική. Αλλά στην πραγματικότητα, λέγοντας μαγεία βάφτιζαν με το ίδιο όνομα διάφορες εκδηλώσεις της ζωής τους: την κοινωνική κριτική˙ τους φραγμούς του εξισωτισμού σε όσους αποκτούσαν υπερβολική «δύναμη επί», που τους κατηγορούσαν ως μάγους˙ την καταπίεση των γυναικών από την Ιερή Εξέταση˙ τα μεσιανικά κινήματα˙ την προσήλωση τους στην παράδοση για να αποφύγουν την αποικιοκρατία. Με την κατηγορία της μαγείας στόχευαν τους ανεπιθύμητους, όπως έκανε ο Μακάρθυ στο Χόλιγουντ. Μορφές της μαγείας εκδηλώνονται και στη Δύση. Από την άλλη πλευρά, όμως, μαγεία είναι το αίσθημα ενότητας με την κοινότητα σε μια πληρότητα κόσμου που σβήνει κάθε απειλή. Επικρατεί σύγχυση για τη σχέση μεταξύ μαγείας και θρησκείας. Σε πολλές κοινωνίες η μαγεία συνιστά όπλο της εξουσίας (Beattie 1999:214).

Η φυλαρχία αύξησε την παραγωγικότητα διαμέσου καταναγκασμών: φόροι, δουλεία κ.ά. Τα πρώτα παλάτια στη Μέση Ανατολή ήταν ναοί όπου ο αρχιερέας-φύλαρχος κρατούσε τα κατάστιχα της παραγωγής. Στοιχεία για τη φυλαρχία έχουμε από  την αρχαιολογία και την εθνογραφία –για τις χώρες όπου αυτή βρέθηκε στο αρχικό της στάδιο-, στην Ωκεανία και Αφρική. Διαμορφώθηκε παράλληλα και στις 4 ηπείρους. Όπου εμφανιζόταν, πετύχαινε να διαδοθεί είτε με την έντονη επεκτατική τάση που την χαρακτηρίζει είτε με την αύξηση της παραγωγικότητας, Η τάση επέκτασής της οδήγησε στην ηγεμονία, στις αυτοκρατορίες, που ελέγχουν οικονομικά διάφορες εθνότητες. Αυτές χαρακτηρίζονται από την κατασκευή μεγάλων έργων και την ανέγερση μνημείων ή μαυσωλείων του ηγεμόνα, αν και η ανέγερση μνημείων δεν αποτελεί γνώρισμα για τα βασίλεια της Αφρικής.

Κύρια χαρακτηριστικά του κράτους, που διαδέχεται τις ηγεμονίες, είναι η έκδοση νομίσματος, η διατύπωση γραπτών νόμων, η κοινή αγορά, η διαμόρφωση και συγκέντρωση ειδικοτήτων και η κατασκευή οχυρώσεων. Με το κράτος εισάγεται ο γεωγραφικός διαχωρισμός των πληθυσμών, ο οποίος προηγούμενα δεν υπήρχε (Braithwaite 1984:96). Μεταξύ των βασιλείων παρεμβάλλονταν νεκρές ή άγονες ζώνες που τα χώριζαν, ενώ με το κράτος ορίζονται αυστηρά σύνορα. Η καθιέρωση του νομίσματος οδήγησε στη δημιουργία της τάξης των πλουσίων και στην εμπορευματοποίηση της γης. Βασικά επίσης χαρακτηριστικά του έθνους-κράτους είναι η κοινή γλώσσα, η αυτοπειθαρχία, η στρατιωτική θητεία αντί των μισθοφόρων, η υποχρεωτική εκπαίδευση και η εθνική ομοιογένεια. Προάγονται σημαντικά ο έλεγχος των ατόμων και η απομάγευση της φύσης. Δηλαδή, αντί του σεβασμού της ισορροπίας με αυτήν, απογυμνώνεται από τα πνεύματα του ανιμισμού που την προστάτευαν και γίνεται αντικείμενο ασύδοτης εκμετάλλευσης. Διατηρείται η δυαρχία, με τη συμμετοχή του κλήρου στην εξουσία, αλλά προστίθενται στις τελετουργίες του κλήρου και οι εκκοσμικευμένες τελετές.

Το συμπέρασμα είναι ότι: Η κοινωνική δομή διέπεται από τις αντιθέσεις δύναμης των στοιχείων της που αποτελούν την πολιτική ζωή της καθημερινότητας και το μοχλό του κοινωνικού μετασχηματισμού με αποτέλεσμά την αύξηση της κυριαρχίας στη φύση.

 

Ασκήσεις                 

  1. Δώστε τρία παραδείγματα διάκρισης του φύλου από την καθημερινή ζωή. 2. Τι  κεφάλαιο διαθέτουν οι αστέρες του κινηματογράφου;

Εργασίες ομάδων

             Με κατάλληλες ερωτήσεις ερευνείστε τις απόψεις 10 πολιτών για το πώς        δικαιολογούν την ανάγκη ύπαρξης αρχηγού.

           

 Βιβλιογραφία

             Κουράβελος, Θ., 2009, Κοινωνίες μοιράσματος, Αθήνα, Πολιτικές Εκδόσεις

Δημητρίου, Σ., 1996, Αρχές της κοινωνικής οργάνωσης, Αθήνα, Καστανιώτης

Clastres, P., 1992, Η κοινωνία ενάντια στο κράτος, Αθήνα, Αλεξάνδρεια.

Δημητρίου-Κοτσώνη, Σ., 1994, «Η ιστορική διάσταση στην ανθρωπολογική                       προσέγγιση της θρησκείας», Εθνολογία 2/1993.

This entry was posted in Γενική Ανθρωπολογία, Εισηγήσεις and tagged . Bookmark the permalink.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s