WALLERSTEIN: WORLD SYSTEM’S ANALYSIS (Αποσπάσματα)

Το 2011 είχα μεταφράσει για το ιστολόγιο antisomata.wordpress.com εκτεταμένα αποσπάσματα από το βιβλίο του Immanuel Wallerstein «Ανάλυση του Παγκόσμιου Συστήματος». Επειδή τότε ήταν δημοσιευμένα σε συνέχειες που δυσκόλευαν κάπως την ανάγνωση, και επειδή τα έχω βάλει ως βασική βιβλιογραφία στην τρίτη παράδοση της οικονομικής ανθρωπολογίας, τα ξανα-ανεβάζω εδώ όλα μαζί για να διευκολύνω την ανάγνωσή τους. Προσοχή! Αυτό δεν είναι η εισήγηση. Είναι μόνο μια από τις βιβλιογραφικές αναφορές. Η εισήγηση θα ανέβει σε άλλη ανάρτηση.

wallerstein/ world system’s analysis

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 2

Το Σύγχρονο Παγκόσμιο Σύστημα ως Καπιταλιστική Παγκόσμια Οικονομία

 

Παραγωγή, Υπεραξία και Πόλωση

 

Του Immanuel Wallerstein

 

Ο κόσμος στον οποίο ζούμε, αυτό το παγκόσμιο σύστημα, έχει τις απαρχές του στον 16ο αιώνα. Αυτό το παγκόσμιο σύστημα ήταν τότε κυρίαρχο μόνον σε ένα μέρος της υφηλίου, κυρίως σε μέρη της Ευρώπης και της Αμερικής. Με τον χρόνο επεκτάθηκε για να καλύψει όλον τον πλανήτη. Είναι, και πάντα ήταν, μια παγκόσμια οικονομία. Είναι και πάντα ήταν μια καπιταλιστική παγκόσμια οικονομία. Θα πρέπει να ξεκινήσουμε με το να εξηγήσουμε τι σημαίνουν αυτοί οι δύο όροι, παγκόσμια οικονομία και καπιταλισμός. Θα είναι μετά πιο εύκολο να εκτιμήσουμε τα ιστορικά όρια του σύγχρονου παγκόσμιου συστήματος, τις απαρχές του, την γεωγραφία του, την χρονική του ανάπτυξη και την παρούσα δομική κρίση του.

 

Αυτό που εννοούμε με τον όρο παγκόσμια οικονομία (world economy, économie-monde του Braudel) είναι μια μεγάλη γεωγραφική ζώνη μέσα στην οποία υπάρχει καταμερισμός εργασίας και κατα συνέπεια σημαντική εσωτερική ανταλλαγή βασικών αγαθών όπως και ροή κεφαλαίου και εργασίας. Ένα βασικό χαρακτηριστικό της παγκόσμιας οικονομίας είναι οτι δεν συνδέεται απο μια ενιαία πολιτική δομή. Αντίθετα υπάρχουν πολλές πολιτικές οντότητες μέσα στην παγκόσμια οικονομία που συνδέονται χαλαρά μεταξύ τους στο παγκόσμιο σύστημα σε ένα διακρατικό σύνολο. Και η παγκόσμια οικονομία περιέχει πολλές κουλτούρες και ομάδες- που πιστεύουν διαφορετικές θρησκείες, μιλούν διαφορετικές γλώσσες, και διαφέρουν στα μοντέλα της καθημερινότητάς τους.. Αυτό βέβαια δεν σημαίνει οτι δεν αναπτύσουν και κοινά χαρακτηριστικά κουλτούρας, αυτό που ονομάζουμε γεωκουλτούρα. Σημαίνει όμως, οτι δεν πρέπει να περιμένουμε ούτε πολιτισμική ούτε πολιτική ομοιογένεια σε μια παγκόσμια οικονομία. Αυτό που ενοποιεί την δομή περισσότερο, είναι ο καταμερισμός εργασίας που εγκαθίσταται στο εσωτερικό της.

 

Ο καπιταλισμός δεν είναι η απλή ύπαρξη προσώπων ή επιχειρήσεων που παράγουν και πουλούν στην αγορά με την επιδίωξη την απόκτηση κέρδους. Τέτοια πρόσωπα και επιχειρήσεις έχουν υπάρξει για χιλιάδες χρόνια σε όλες τις άκρες του κόσμου. Ούτε είναι η ύπαρξη προσώπων που δουλεύουν έναντι μισθού επαρκής για έναν ορισμό του καπιταλισμού. Η μισθωτή εργασία ήταν επίσης γνωστή για χιλιάδες χρόνια. Βρισκόμαστε σε ένα καπιταλιστικό σύστημα, μόνο όταν το σύστημα δίνει προτεραιότητα στην ασταμάτητη (endless) συσσώρευση κεφαλαίου. Χρησιμοποιώντας αυτόν τον ορισμό, μόνο το σύγχρονο παγκόσμιο σύστημα είναι πραγματικά ένα καπιταλιστικό σύστημα. Η ασταμάτητη συσσώρευση είναι μια πολύ απλή έννοια: σημαίνει οτι τα άτομα και οι επιχειρήσεις συσσωρεύουν κεφάλαιο, με σκοπό να συσσωρεύσουν ακόμη περισσότερο κεφάλαιο, μια διαδικασία που είναι συνεχής και ασταμάτητη. Όταν λέμε οτι το σύστημα «δίνει προτεραιότητα» σε αυτήν την ασταμάτητη συσσώρευση, εννοούμε οτι υπάρχουν δομικοί μηχανισμοί δια μέσου των οποίων, όποιος δρά με άλλα κίνητρα έξω απο την συσσώρευση τιμωρείται και εξοστρακίζεται απο την κοινωνική σκηνή, ενώ αυτός που δρά με το «σωστό» κίνητρο, αμοίβεται και αν είναι επιτυχής, πλουτίζει.

 

Η παγκόσμια οικονομία και το καπιταλιστικό σύστημα πάνε μαζί. Αφού οι παγκόσμιες οικονομίες δεν διαθέτουν την συγκολλητική ουσία μια ενιαίας πολιτικής δομής ή μιας ενιαίας κουλτούρας, αυτό που τις κρατά σε συνοχή είναι η αποτελεσματικότητα του καταμερισμού εργασίας. Κι αυτή η αποτελεσματικότητα είναι μια λειτουργία του συνεχώς αυξανόμενου πλούτου που ένα καπιταλιστικό σύστημα προσφέρει. Έως τους σύγχρονους καιρούς οι παγκόσμιες οικονομίες που είχαν χτιστεί είτε διαλύθηκαν είτε μετατράπηκαν με στρατιωτικά μέσα σε παγκόσμιες αυτοκρατορίες. Ιστορικά, η μόνη παγκόσμια οικονομία που επιβίωσε για μακρό διάστημα είναι το σύγχρονο παγκόσμιο σύστημα, κι αυτό γιατί το καπιταλιστικό σύστημα ρίζωσε και σταθεροποιήθηκε ως το κύριο χαρακτηριστικό του.

 

Απο την άλλη μεριά, ένα καπιταλιστικό σύστημα δεν μπορεί να υπάρξει σε οποιοδήποτε άλλο πλαίσιο, παρά σε αυτό της παγκόσμιας οικονομίας. Θα δούμε παρακάτω πως το καπιταλιστικό σύστημα απαιτεί μια πολύ ειδική σχέση μεταξύ των παραγωγών και των κρατούντων της πολιτικής εξουσίας. Αν οι τελευταίοι είναι πολύ ισχυροί, όπως σε μια αυτοκρατορία, τα συμφέροντά τους θα υπερκεράσουν αυτά των οικονομικών παραγωγών και η ασταμάτητη συσσώρευση κεφαλαίου θα πάψει να είναι προτεραιότητα. Οι καπιταλιστές χρειάζονται μια πολύ μεγάλη αγορά (συνεπώς τα μικροσυστήματα είναι πολύ στενά γι αυτούς) αλλά επίσης χρειάζονται και μια πληθώρα κρατών, για να κερδίσουν το πλεονέκτημα να δουλεύουν με κράτη, να περιορίζουν κράτη που στέκονται εμπόδιο στα συμφέροντά τους, και να στηρίζουν κράτη που εξυπηρετούν τα συμφέροντά τους. Μόνο η ύπαρξη πολλών κρατών μέσα στον γενικό καταμερισμό εργασίας εξασφαλίζει αυτή την δυνατότητα.

 

[/////]

 

Μια καπιταλιστική παγκόσμια οικονομία είναι ένα σύνολο πολλών θεσμών, ο συνδυασμός των οποίων εξηγεί τις διαδικασίες της, και οι οποίοι, όλοι, συνδέονται μεταξύ τους. Οι βασικοί θεσμοί είναι η αγορά, ή καλύτερα οι αγορές, τα διάφορα κράτη μέσα σε ένα διακρατικό σύστημα, τα νοικοκυριά, οι τάξεις και οι ομάδες κοινωνικού στάτους (=κύρους) (για να χρησιμοποιήσω έναν όρο του Weber, που κάποιοι τα τελευταία χρόνια έχουν αντικαταστήσει με τον όρο «ταυτότητες»). Αυτοί είναι όλοι θεσμοί, που έχουν δημιουργηθεί μέσα στο πλαίσιο της καπιταλιστικής παγκόσμιας οικονομίας. Φυσικά τέτοιοι θεσμοί έχουν ομοιότητες με θεσμούς που προ-υπήρχαν σε προηγούμενα ιστορικά συστήματα και στους οποίους είχαμε δώσει παρόμοιες ονομασίες. Όμως το να χρησιμοποιούμε ίδιες ονομασίες για θεσμούς που ανήκουν σε διαφορετικά οικονομικά συστήματα πολλές φορές μπερδεύει αντί να ξεκαθαρίζει την ανάλυση. Γι αυτό είναι καλύτερα να σκεφτόμαστε για την ομάδα θεσμών του σύγχρονου παγκόσμιου συστήματος ως ανήκουσα σε αυτό ειδικά το σύστημα και σε κανένα άλλο.

 

Ας ξεκινήσουμε με τις αγορές, καθώς θεωρούνται το κατ’εξοχήν στοιχείο του καπιταλιστικού συστήματος. Μια αγορά είναι καί μια συγκεκριμένη τοπικά οριοθετημένη δομή όπου άτομα ή εταιρίες αγοράζουν και πουλούν εμπορεύματα, αλλά καί ένας εικονικός θεσμός σε χωρική απόσταση, όπου συμβαίνει το ίδιο είδος ανταλλαγών. Το πόσο μεγάλη και εκτεταμένη είναι μια εικονική αγορά (virtual market), εξαρτάται απο τις ρεαλιστικές εναλλακτικές που έχουν οι αγοραστές και οι πωλητές σε μια δεδομένη στιγμή. Από άποψη αρχής, σε μια καπιταλιστική παγκόσμια οικονομία, η εικονική αγορά καλύπτει το σύνολο της οικονομίας. Όπως όμως θα δούμε, υπάρχουν όρια σε αυτόν τον κανόνα και παρεμβάσεις που δημιουργούν συχνά πιό στενές και πιό «προστατευόμενες» αγορές. Υπάρχουν φυσικά ξεχωριστές εικονικές αγορές για κάθε εμπόρευμα, όπως και για το κεφάλαιο, όπως και για διαφορετικά είδη εργασίας. Όμως σε βάθος χρόνου, μπορεί επίσης να ειπωθεί πως υπάρχει μια μοναδική παγκόσμια εικονική αγορά για όλους τους συντελεστές της παραγωγής συνδυασμένους, παρόλα τα εμπόδια που υπάρχουν για την ελεύθερη λειτουργία της. Κάποιος μπορεί να σκεφτεί αυτήν την παγκόσμια εικονική αγορά, σαν έναν μαγνήτη για όλους τους παραγωγούς και αγοραστές, του οποίου η έλξη είναι ένας συνεχής πολιτικός παράγοντας στην λήψη αποφάσεων για όλους- τα κράτη, τις επιχειρήσεις, τα νοικοκυριά, τις τάξεις και τις ομάδες στάτους (ή ταυτότητες). Αυτή η ολοκληρωμένη εικονική αγορά είναι μια πραγματικότητα με την έννοια οτι επηρρεάζει όλη την διαδικασία λήψης αποφάσεων, αλλά ποτέ δεν λειτουργεί πλήρως και ελεύθερα (δηλαδή χωρίς παρεμβάσεις). Η απόλυτα ελεύθερη αγορά λειτουργεί ως ιδεολογία, ως μύθος και ως επιρροή περιορισμών για άλλους θεσμούς, αλλά ποτέ ως μια καθημερινή πραγματικότητα.

 

Ένας απο τους λόγους για τους οποίους δεν είναι μια καθημερινή πραγματικότητα η απόλυτα ελεύθερη αγορά, είναι το ότι αν ποτέ ήταν όντως απόλυτα ελεύθερη, θα ήταν αδύνατη η ασταμάτητη συσσώρευση κεφαλαίου. Αυτό μπορεί να ακούγεται παράδοξο, αφού είναι σίγουρα αλήθεια οτι ο καπιταλισμός δεν μπορεί να υπάρξει χωρίς αγορές, κι είναι επίσης αλήθεια οτι οι καπιταλιστές λένε συνέχεια οτι θέλουν ελεύθερες αγορές. Όμως οι καπιταλιστές στην ουσία, δεν χρειάζονται απόλυτα ελεύθερες αγορές, παρα μόνον μερικώς ελεύθερες. Ο λόγος είναι ξεκάθαρος. Υποθέστε οτι υπήρχε όντως μια παγκόσμια αγορά όπου όλοι οι συντελεστές της παραγωγής ήταν απολύτως ελεύθεροι, όπως τα εγχειρίδια οικονομίας συνήθως το ορίζουν αυτό –δηλαδή, μια αγορά όπου οι συντελεστές έρρεαν χωρίς περιορισμό, όπου υπήρχε πολύ μεγάλος αριθμός πωλητών και πολύ μεγάλος αριθμός αγοραστών, και στην οποία υπήρχε τέλεια πληροφόρηση (που σημαίνει ότι όλοι οι αγοραστές κι όλοι οι πωλητές γνώριζαν την ακριβή κατάσταση για όλα τα κόστη παραγωγής). Σε μια τέτοια τέλεια αγορά, θα ήταν πάντοτε δυνατό για τους αγοραστές να διαπραγνατευτούν με τους πωλητές στο απόλυτα μικρότερο ποσοστό κέρδους (ας πούμε ένα μόλις λεπτό), κι αυτό το χαμηλό επίπεδο κέρδους θα καθιστούσε το καπιταλιστικό παιχνίδι παντελώς αδιάφορο στους παραγωγούς, αφαιρώντας το βασικό κοινωνικό στήριγμα απο το σύστημα.

 

Αυτό που οι πωλητές πάντα προτιμούν είναι το μονοπώλιο, γιατί τότε μπορούν να δημιουργήσουν σχετικά μεγάλο περιθώριο ανάμεσα στο κόστος παραγωγής και την τιμή πώλησης, κι έτσι να πραγματοποιήσουν μεγάλα ποσοστά κέρδους. Βέβαια, απόλυτα μονοπώλια είναι πολύ δύσκολο να δημιουργήσουν, και σπάνιο, οιωνεί-μονοπώλια όμως, δεν είναι καθόλου δύσκολο να δημιουργηθούν. Αυτό που κάποιος χρειάζεται πάνω απόλα, είναι η υποστήριξη του μηχανισμού ενός σχετικά ισχυρού κράτους, που μπορεί να επιβάλει ένα οιωνεί-μονοπώλιο. Υπάρχουν πολλοί τρόποι για να γίνει αυτό. Ένας απο τους πιο βασικούς είναι το σύστημα των πατεντών που μπορεί να κρατήσει τα δικαιώματα μιας «εφεύρεσης» για έναν συγκεκριμένο αριθμό χρόνων. Αυτό είναι που κάνει βασικά τα «νέα» προϊόντα, τα πιο ακριβά για τους καταναλωτές και τα πιο επικερδή για τους παραγωγούς τους. Βέβαια, οι πατέντες συχνά παραβιάζονται, και σε κάθε περίπτωση κάποια στιγμή λήγουν, αλλά γενικά προστατεύουν ένα οιωνεί-μονοπώλιο για κάποια χρόνια. Ακόμα κι έτσι, η παραγωγή που προστατεύεται απο πατέντα παραμένει οιωνεί-μονοπώλιο, αφού μπορεί να υπάρχουν παρόμοια προϊόντα στην αγορά που δεν καλύπτονται απο την πατέντα. Αυτός είναι ο λόγος που η κατάσταση των λεγόμενων πρωτοποριακών προϊόντων (leading products) (δηλαδή των προϊόντων που είναι καί νέα, καί κατέχουν μεγάλο μερίδιο στην παγκόσμια αγορά εμπορευμάτων) συνιστά ολιγοπώλιο παρά απόλυτο μονοπώλιο. Τα ολιγοπώλια ωστόσο είναι αρκετά για να πραγματοποιήσουν το επιθυμητό υψηλό ποσοστό κέρδους, ειδικά όταν οι διάφορες εταιρίες συχνά συνομωτούν για να ελαχιστοποιήσουν τον ανταγωνισμό στις τιμές.

 

[/////]

 

Οι πατέντες δεν είναι ο μόνος τρόπος με τον οποίο τα κράτη μπορούν να φτιάξουν οιωνεί-μονοπώλια. Οι κρατικοί περιορισμοί σε εισαγωγές και εξαγωγές (τα λεγόμενα προστατευτικά μέτρα) είναι ένας άλλος τρόπος. Κρατικές επιδοτήσεις και φοροαπαλλαγές είναι ένας τρίτος τρόπος. Η ικανότητα των ισχυρών κρατών να χρησιμοποιούν την δύναμή τους για να εμποδίζουν τα ανίσχυρα κράτη να παίρνουν αντι-προστατευτικά μέτρα είναι ακόμη ένας τρόπος. Ο ρόλος των κρατών ως μεγάλων αγοραστών συγκεκριμένων προϊόντων με την προθυμία να πληρώνουν υψηλές τιμές είναι κι αυτός ένας άλλος τρόπος. Και τέλος οι ρυθμίσεις που επιβάλλουν  περιορισμούς ή βάρη στους παραγωγούς, μπορούν ευκολότερα να απορροφηθούν απο τους μεγάλους παραγωγούς αλλά να παραλύουν τους μικρούς, μια ασσυμετρία που εξαφανίζει τους μικρούς παραγωγούς απο την αγορά κι έτσι ενισχύει το ολιγοπώλιο. Οι τρόποι με τους οποίους τα κράτη παρεμβαίνουν στην εικονική αγορά είναι τόσο εκτεταμένοι, που συνιστούν θεμελιώδη παράγοντα στον προσδιορισμό των τιμών και των κερδών. Χωρίς αυτές τις παρεμβάσεις το καπιταλιστικό σύστημα δεν θα μπορούσε να αναπτυχθεί, ούτε καν να επιβιώσει.

 

Παρόλα αυτά υπάρχουν δύο σύμφυτα αντι-μονοπωλιακά στοιχεία στην καπιταλιστική παγκόσμια οικονομία. Πρώτα απόλα η πρόοδος ενός μονοπωλίου σημαίνει την οπισθοχώρηση ενός άλλου παραγωγού. Οι χαμένοι θα παλέψουν φυσικά με πολιτικά μέσα να αφαιρέσουν τα προνόμια των νικητών. Μπορούν να το κάνουν αυτό με πολιτική πάλη εντός των κρατών όπου έχουν έδρα οι μονοπωλιακοί παραγωγοί, επικαλούμενοι το δόγμα της ελεύθερης αγοράς και προσφέροντας στήριξη σε πολιτικούς που είναι διατεθειμένοι να σταματήσουν ένα συγεκριμένο μονοπωλιακό προνόμιο. Ή  μπορούν να πείσουν άλλα κράτη να αγνοήσουν το παγκόσμιο μονοπώλιο, και να κάνουν χρήση της κρατικής τους ισχύος ενισχύοντας ανταγωνιστικούς παραγωγούς στο εσωτερικό τους. Και οι δυό μέθοδοι χρησιμοποιούνται ευρέως. Συνεπώς, σε βάθος χρόνου, κάθε οιωνεί-μονοπώλιο αποδυναμώνεται με την είσοδο κι άλλων παραγωγών στην αγορά.

 

Τα οιωνεί-μονοπώλια είναι λοιπόν, αυτο-διαλυόμενα μετά απο κάποιο χρόνο. Ωστόσο διαρκούν για αρκετό χρόνο (ας πούμε τριάντα χρόνια), τόσο όσο να διασφαλίσουν αξιοσημείωτη συσσώρευση κεφαλαίου γι αυτούς που τα ελέγχουν. Όταν ένα οιωνεί-μονοπώλιο παύει να λειτουργεί, οι μεγάλοι αποθησαυριστές κεφαλαίου απλά μεταφέρουν το κεφάλαιό τους σε ένα νέο πρωτοποριακό προϊόν ή σε ολότελα νέες πρωτοποριακές βιομηχανίες. Το αποτέλεσμα είναι ένας κύκλος πρωτοποριακών προϊόντων. Τα πρωτοποριακά προϊόντα έχουν σχετικά μικρή ζωή, αλλά ακολουθούνται συνεχώς απο άλλες πρωτοποριακές βιομηχανίες. Έτσι το παιχνίδι συνεχίζεται διαρκώς. Όταν οι πρωτοποριακές βιομηχανίες χάνουν την «πρωτοπορία» τους, γίνονται όλο και πιο «ανταγωνιστικές», που σημαίνει, όλο και λιγότερο επικερδείς. Βλέπουμε αυτό το μοντέλο στην πράξη συνέχεια.

 

Οι εταιρίες είναι οι κύριοι πρωταγωνιστές στην αγορά. Οι εταιρίες είναι κανονικά οι ανταγωνιστές άλλων εταιριών που λειτουργούν στην ίδια εικονική αγορά. Είναι επίσης σε σύγκρουση με τις εταιρίες απο τις οποίες αγοράζουν τις εισροές τους και με τις εταιρίες στις οποίες πουλούν τα προϊόντα τους. Σκληρή ενδοκαπιταλιστική αντιπαλότητα είναι το όνομα του παιχνιδιού. Και μόνο ο δυνατότερος κι ο πιο ευέλικτος θα επιβιώσει. Κάποιος πρέπει να γνωρίζει πως η χρεωκοπία ή η απορρόφηση απο μια πιό ισχυρή εταιρία είναι το καθημερινό ψωμί των καπιταλιστικών επιχειρήσεων. Δεν επιτυγχάνουν όλοι οι επιχειρηματίες καπιταλιστές στην συσσώρευση κεφαλαίου. Κάθε άλλο. Αν όλοι επιτύγχαναν, τότε θα κατέληγαν να αποκτάει ο καθένας ένα πολύ μικρό κεφάλαιο. Έτσι, οι επαναλαμβανόμενες «αποτυχίες» των εταιριών, όχι μόνο αποψιλώνουν την περιοχή απο αδύναμους ανταγωνιστές, αλλά είναι και μια συνθήκη εκ των ων ουκ άνευ για την ασταμάτητη συσσώρευση κεφαλαίου. Αυτό εξηγεί και την συνεχή διαδικασία συγκεντροποίησης του κεφαλαίου.

 

Είναι βέβαιο οτι υπάρχει μια καθοδική πορεία στην ανάπτυξη του αριθμού των εταιριών, είτε οριζόντια (στο ίδιο προϊόν), κάθετα (σε διαφορετικά στάδια στην αλυσίδα παραγωγής) ή όπως θα λέγαμε «ορθογώνια» (σε σχέση με άλλα προϊόντα όχι στενά συνδεόμενα). Το μέγεθος μειώνει το κόστος μέσω των λεγόμενων οικονομιών κλίμακας. Όμως το μέγεθος προσθέτει κόστος στην διεύθυνση και τον συντονισμό, και πολλαπλασιάζει τα ρίσκα διευθυντικών ατελειών. Σαν αποτέλεσμα αυτής της αντίφασης, υπάρχει μια συνεχής διαδικασία ζίγκ-ζάγκ όπου εταιρίες γίνονται μεγαλύτερες κι ύστερα γίνονται πάλι μικρότερες. Όμως δεν πρόκειται για ένα κύκλο πάνω και κάτω. Παγκόσμια έχει παρατηρηθεί, σε μακρό χρόνο, η αύξηση των εταιριών σε μέγεθος, με την ιστορική διαδικασία να παίρνει μια μορφή μηχανισμού δυό οδοντοτών τροχών, με δυό βήματα μπρός κι ένα πίσω συνεχόμενα. Το μέγεθος των εταιριών έχει άμεσες πολιτικές συνέπειες. Το μεγάλο μέγεθος δίνει στις εταιρίες μεγαλύτερη πολιτική επιρροή, αλλά τις κάνει επίσης και πιο ευάλωτες σε πολιτικές επιθέσεις, απο τους ανταγωνιστές, τους υπαλλήλους και τους καταναλωτές. Αλλά κι εδώ πάλι η γενική τάση είναι ένας μηχανισμός προς τα πάνω, πρός την μεγαλύτερη πολιτική επιρροή σε βάθος χρόνου.

 

Ο κάθετος καταμερισμός εργασίας της παγκόσμιας καπιταλιστικής οικονομίας χωρίζει την παραγωγή σε «πυρηνικά» και σε περιφερειακά προϊόντα. Πυρήνας και περιφέρεια είναι μια σχεσιακή έννοια. Αυτό που εννοούμε με την έννοια πυρήνας-περιφέρεια είναι ο βαθμός κερδοφορίας της διαδικασίας παραγωγής. Εφόσον η κερδοφορία είναι άμεσα συνδεδεμένη με τον βαθμό μονοπωλιακής συσσώρευσης, αυτό που ουσιαστικά εννοούμε λέγοντας πυρηνικές διαδικασίες παραγωγής είναι αυτές που ελέγχονται απο τα οιωνεί-μονοπώλια. Περιφερειακές είναι οι διαδικασίες που είναι πραγματικά ανταγωνιστικές. Όταν συμβαίνει ανταλλαγή, τα πραγματικά ανταγωνιστικά προϊόντα βρίσκονται σε αδύναμη θέση, ενώ τα οιωνεί-μονοπωλιακά προϊόντα βρίσκονται σε ισχυρή θέση. Σαν αποτέλεσμα, υπάρχει μια συνεχής ροή υπεραξίας απο τους παραγωγούς των περιφερειακών προς τους παραγωγούς των πυρηνικών προϊόντων. Αυτό έχει ονομαστεί άνιση ανταλλαγή.

 

Φυσικά, η άνιση ανταλλαγή δεν είναι ο μόνος τρόπος για την μετακίνηση συσσωρευμένου κεφαλαίου απο τις πολιτικά ανίσχυρες στις πολιτικά ισχυρές περιοχές. Υπάρχει επίσης και η λεηλασία, που χρησιμοποιήθηκε ευρέως κατα την περίοδο της αφομοίωσης νέων χωρών στην παγκόσμια οικονομία (λόγου χάρη ό,τι έκαναν οι Ισπανοί κατακτητές με τον χρυσό της Νότιας Αμερικής). Όμως η λεηλασία είναι μια αυτο-διαλυόμενη διαδικασία: γρήγορα τελειώνει. Είναι σαν να σκοτώνεις την χήνα που γεννάει τα χρυσά αυγά. Βέβαια, όταν οι συνέπειες είναι μεσοπρόθεσμες αλλά τα κέρδη βραχυπρόθεσμα, υπάρχει ακόμα αρκετή λεηλασία στον σύγχρονο κόσμο, όσο κι αν σκανδαλιζόμαστε να το ακούμε αυτό. Όταν η Enron χρεωκοπεί αμέσως ύστερα απο την μεταβίβαση τεράστιων ποσών σε ελάχιστους διευθυντές της με μορφή μπόνους, αυτό είναι στην πραγματικότητα λεηλασία. Όταν μέσω ιδιωτικοποιήσεων πρώην κρατικής ιδιοκτησίας μαφιόζοι-επιχειρηματίες θησαυρίζουν και την αφήνουν ύστερα χρεωκοπημένη και κατεστραμένη, αυτό είναι μια σύγχρονη μορφή λεηλασίας. Αυτο-διαλυόμενη διαδικασία ναί, αλλά μόνο εφόσον έχει γίνει μια καταστροφή στο παγκόσμιο παραγωγικό σύστημα και τελικά και στην ίδια την καπιταλιστική παγκόσμια οικονομία.

 

Εφόσον τα οιωνεί-μονοπώλια εξαρτώνται απο την προστασία ισχυρών κρατών, έχουν έδρα κατά κανόνα –νομικά, φυσικά και ιδιοκτησιακά- μέσα σε αυτά τα κράτη. Υπάρχει συνεπώς μια γεωγραφική επίπτωση απο την σχέση πυρήνα και περιφέρειας. Οι διαδικασίες του πυρήνα έχουν την τάση να συγκεντρώνονται σε λίγα κράτη και να αποτελούν το κύριο μέρος της παραγωγικής δραστηριότητας σε αυτά τα κράτη. Οι περιφερειακές διαδικασίες έχουν την τάση να διασκορπίζονται σε μεγάλο αριθμό κρατών, και να αποτελούν το κύριο μέρος της παραγωγικής δραστηριότητας σε αυτά τα κράτη. Έτσι, χάριν συντομίας μπορούμε να μιλάμε για πυρηνικά και περιφερειακά κράτη, αρκεί να θυμόμαστε οτι μιλάμε στ’ αλήθεια για μια σχέση μεταξύ διαδικασιών παραγωγής. Ορισμένα κράτη έχουν μια σχεδόν ισορροπημένη μίξη μεταξύ πυρηνικών και περιφερειακών διαδικασιών παραγωγής. Μπορούμε να αποκαλούμε αυτά τα κράτη ημι-περιφερειακά κράτη. Έχουν, όπως θα δούμε, ειδικά πολιτικά χαρακτηριστικά. Είναι ωστόσο χωρίς νόημα να μιλάμε για ημι-περιφερειακές διαδικασίες παραγωγής.

 

Εφόσον, όπως είδαμε, τα οιωνεί-μονοπώλια κάποτε εξαντλούνται, αυτό που είναι σήμερα πυρηνική διαδικασία, αύριο θα γίνει περιφερειακή. Η οικονομική ιστορία του σύγχρονου παγκόσμιου συστήματος είναι γεμάτη με μεταστροφές, ή υποβαθμίσεις προϊόντων πρώτα προς τις ημιπεριφερειακές και ύστερα προς τις περιφερειακές χώρες. Γύρω στα 1800 η παραγωγή υφασμάτων ήταν πιθανόν η πιο σημαντική πυρηνική διαδικασία παραγωγής, ενώ το 2000 ήταν σαφώς μια απο τις λιγότερο επικερδείς περιφερειακές διαδικασίες παραγωγής. Το 1800 αυτά τα υφάσματα παράγονταν κυρίως σε πολύ λίγες χώρες (βασικά στην Αγγλία και κάποιες άλλες χώρες της βορειοδυτικής Ευρώπης). Το 2000 τα υφάσματα παράγονταν σε κάθε γωνιά του παγκόσμιου συστήματος, ειδικά τα φτηνά υφάσματα. Η διαδικασία έχει επαναληφθεί με πάρα πολλά άλλα προϊόντα. Σκεφτείτε το ατσάλι, τα αυτοκίνητα, ακόμα και τους ηλεκτρονικούς υπολογιστές. Αυτού του είδους η μεταστροφή δεν έχει καμμιά επίπτωση στην δομή του συστήματος καθεαυτού. Το 2000 υπήρχαν άλλες πυρηνικές παραγωγές (πχ. αεροσκάφη και γενετική μηχανική) που ήταν συγκεντρωμένες σε πολύ λίγες χώρες. Υπήρχαν πάντα νέες πυρηνικές παραγωγές να αντικαταστήσουν τις παλιές που είχαν γίνει πιο ανταγωνιστικές και είχαν μετακινηθεί έξω απο τα κράτη όπου είχαν αρχικά αναπτυχθεί.

 

Ο ρόλος του κάθε κράτους είναι πολύ διαφορετικός απέναντι στις παραγωγικές διαδικασίες, εξαρτώμενος πάντα απο την μίξη πυρηνικών-περιφερειακών διαδικασιών παραγωγής στο εσωτερικό του. Τα ισχυρά κράτη που έχουν ένα δυσανάλογα μεγάλο ποσοστό πυρηνικών διαδικασιών στο εσωτερικό τους, δίνουν έμφαση στο ρόλο της προστασίας των οιωνεί-μονοπωλίων που εκτελούν αυτές τις διαδικασίες. Τα πολύ αδύναμα κράτη που έχουν δυσανάλογα μεγάλο ποσοστό περιφερειακών διαδικασιών παραγωγής στο εσωτερικό τους είναι συνήθως ανίκανα να κάνουν κάτι για να επηρρεάσουν τον κάθετο καταμερισμό εργασίας, και στην ουσία υποχρεώνονται να τον αποδεχτούν.

 

Τα ημιπεριφερειακά κράτη που έχουν μια σχετικά ίση αναλογία με πυρηνικές και περιφερειακές διαδικασίες, βρίσκονται στην πιό δύσκολη θέση. Δεχόμενα πίεση απο τα πυρηνικά κράτη και ασκώντας τα ίδια πίεση στα περιφερειακά, κάνουν ό,τι μπορούν για να μην γλιστρήσουν προς την περιφέρεια, και αν είναι δυνατόν να προσεγγίσουν τον πυρήνα. Καμμιά απο τις δυό προσπάθειες δεν είναι εύκολη, και οι δύο απαιτούν μεγάλη εμπλοκή του ενδιαφερόμενου κράτους με την παγκόσμια αγορά. Είναι αυτά τα ημιπερειφερειακά κράτη που βάζουν σε εφαρμογή και υπερασπίζονται δημόσια τα λεγόμενα προστατευτικά μέτρα με σκοπό να «προστατέψουν» την παραγωγή τους απο ξένες εταιρίες και παράλληλα να βελτιώσουν την αποτελεσματικότητα των εγχώριων εταιριών για να είναι πιό ανταγωνιστικές στην παγκόσμια αγορά. Είναι πρόθυμοι υποδοχείς για την μετεγκατάσταση πρώην πρωτοποριακών βιομηχανιών, την οποία την βαφτίζουν αυτή την εποχή «οικονομική ανάπτυξη». Σε αυτήν την περίπτωση ανταγωνιστές τους δεν είναι τα πυρηνικά κράτη, αλλά άλλα ημιπεριφερειακά κράτη που επίσης θέλουν να υποδεχτούν την μετεγκατάσταση παραγωγής πρώην πρωτοποριακών προϊόντων στο εσωτερικό τους. Αυτές οι βιομηχανίες δεν πάνε παντού ταυτόχρονα, ούτε μετεγκαθίστανται στον ίδιο βαθμό. Στην αρχή του 21ου αιώνα τέτοιες ημιπεριφερειακές χώρες μπορούν να χαρακτηρισθούν η Νότιος Κορέα, η Βραζιλία και η Ινδία –χώρες με ισχυρές επιχειρήσεις που εξάγουν προϊόντα (για παράδειγμα ατσάλι, αυτοκίνητα, φάρμακα) σε περιφερειακές ζώνες, αλλά ταυτόχρονα σχετίζονται με τις ζώνες του πυρήνα ως εισαγωγείς πιο «εξελιγμένων» προϊόντων.

 

[////]

 

Η φυσιολογική εξέλιξη των προτωπόρων βιομηχανιών –η αργή ρευστοποίηση-διάλυση των οιωνεί-μονοπωλίων- είναι αυτή που εξηγεί τους κυκλικούς ρυθμούς της παγκόσμιας οικονομίας. Μια βασική πρωτοπόρα βιομηχανία θα είναι και το βασικό κίνητρο για την επέκταση της παγκόσμιας οικονομίας, και θα καταλήξει σε αξιοσημείωτη συσσώρευση κεφαλαίου. Αλλά επίσης οδηγεί και σε επέκταση της απασχόλησης στην παγκόσμια οικονομία, σε υψηλότερους μισθούς και σε μια γενική αίσθηση σχετικής ευημερίας. Καθόσον όλο και περισσότερες εταιρίες θα μπαίνουν στην αγορά του πρώην μονοπωλίου, θα εμφανιστεί «υπερπαραγωγή» (δηλαδή, πολύ περισσότερη παραγωγή απο την πραγματική ζήτηση σε ένα δεδομένο χρόνο) και κατα συνέπεια αυξημένος ανταγωνισμός στις τιμές (εξαιτίας της συμπίεσης της ζήτησης), μειώνοντας έτσι τα ποσοστά κέρδους. Σε κάποιο σημείο συσσωρεύονται απούλητα προϊόντα με αποτέλεσμα την μείωση της παραγωγής.

 

Όταν αυτό συμβαίνει, βλέπουμε μια αναστροφή της κυκλικής καμπύλης της παγκόσμιας οικονομίας. Μιλάμε τότε για στασιμότητα ή για ύφεση της παγκόσμιας οικονομίας. Τα ποσοστά της ανεργίας αυξάνονται σε όλον τον κόσμο. Οι παραγωγοί αναζητούν τρόπους να μειώσουν το κόστος για να κρατήσουν το μερίδιό τους στην παγκόσμια αγορά. Ένας απο τους μηχανισμούς είναι η μετεγκατάσταση των διαδικασιών παραγωγής σε ζώνες που έχουν ιστορικά χαμηλότερους μισθούς, δηλαδή σε ημιπεριφερειακές χώρες. Αυτή η κίνηση ασκεί πίεση στο ύψος των μισθών καί σε αυτές τις διαδικασίες που παραμένουν στις ζώνες του πυρήνα, και οι μισθοί τείνουν να μειώνονται καί εκεί. Η ενεργή ζήτηση η οποία πρίν ήταν χαμηλή λόγω της υπερπαραγωγής, τώρα χαμηλώνει ακόμη περισσότερο λόγω της μείωσης του εισοδήματος των καταναλωτών. Σε μια τέτοια συνθήκη δεν είναι απαραίτητα όλοι οι παραγωγοί που χάνουν. Υπάρχει προφανώς άκρως αυξημένος ανταγωνισμός ανάμεσα στις εταιρίες του διαλυμένου ολιγοπώλιου που τώρα μπαίνουν σε αυτές τις πρακτικές της μείωσης του κόστους παραγωγής. Παλεύουν η μιά την άλλη αλύπητα, συνήθως και με την βοήθεια των μηχανισμών των κρατών τους. Κάποια κράτη και κάποιοι παραγωγοί επιτυγχάνουν στο να «εξάγουν ανεργία» απο ένα κράτος του πυρήνα σε κάποιο άλλο. Συστημικά υπάρχει συρρίκνωση, αλλά συγκεκριμένα κράτη του πυρήνα και κυρίως συγκεκριμένα ημιπεριφερειακά κράτη δείχνουν να τα πηγαίνουν αρκετά καλά.

 

Η διαδικασία που περιγράφουμε –επέκταση της παγκόσμιας οικονομίας όταν υπάρχουν οιωνεί-μονοπωλιακές πρωτοπόρες βιομηχανίες, και συρρίκνωση της παγκόσμιας οικονομίας όταν υπάρχει ύφεση της έντασης του οιωνεί-μονοπωλίου- μπορεί να σχεδιαστεί σαν μια άνω και κάτω καμπύλη της λεγόμενης Α (επέκταση) και Β (στασιμότητα) φάσης. Ένας κύκλος που αποτελείται απο μια Α φάση η οποία ακολουθείται απο μια Β φάση, αναφέρεται μερικές φορές ως ο κύκλος του Kondratieff, προς τιμή του οικονομολόγου που περιέγραψε με σαφήνεια αυτό το φαινόμενο στις αρχές του 20ου αιώνα. Οι κύκλοι του Kondratieff έως τώρα διαρκούν κάπου στα πενήντα με εξήντα χρόνια σε μάκρος. Η ακριβής διάρκειά τους εξαρτάται απο τα πολιτικά μέτρα που παίρνουν τα κράτη για να αποτρέψουν την φάση Β, και ειδικά απο τα μέτρα που παίρνονται για την ανάκαμψη απο την φάση Β στην βάση νέων προτοπόρων βιομηχανιών που μπορούν να πυροδοτήσουν μια νέα φάση Α.

 

Όταν ολοκληρώνεται ένας κύκλος Kondratieff, ποτέ δεν επιστρέφει η κατάσταση που υπήρχε στην αρχή του κύκλου. Αυτό συμβαίνει γιατί ό,τι γίνεται στην φάση Β με σκοπό την μετάβαση ξανά σε μια φάση Α, αλλάζει σε σημαντικό βαθμό τις παραμέτρους του παγκόσμιου συστήματος. Οι αλλαγές που λύνουν το άμεσο (ή βραχυπρόθεσμο) πρόβλημα της ανεπαρκούς επέκτασης της παγκόσμιας οικονομίας (ένα ουσιαστικό στοιχείο για την διατήρηση της δυνατότητας για ασταμάτητη συσσώρευση κεφαλαίου) μπορεί μεν να επαναφέρουν μια μεσοπρόθεσμη ισορροπία αλλά δημιουργούν προβλήματα στην δομή, μακροπρόθεσμα. Το αποτέλεσμα είναι αυτό που ονομάζουμε μια αιωνόβια τάση (secular trend). Μια αιωνόβια τάση μπορεί να γίνει αντιληπτή ως μια καμπύλη της οποίας η τετμημένη (ή ο άξονας x) καταγράφει το χρόνο και η τεταγμένη (ή ο άξονας y) μετράει ένα φαινόμενο με το ποσοστό που έχει ένα συγκεκριμένο χαρακτηριστικό μέσα σε μια ομάδα με πολλά άλλα χαρακτηριστικά. Αν μέσα στο χρόνο το ποσοστό κινείται ανοδικά με ένα συνολικά γραμμικό τρόπο, σημαίνει εξορισμού (αφού η τεταγμένη είναι σε ποσοστά) ότι σε κάποιο σημείο δεν θα μπορεί να συνεχίσει να κινείται έτσι. Αυτό το ονομάζουμε το φτάσιμο του ασύμπτωτου (reaching the asymptote), ή αλλιώς το σημείο του 100%. Κανένα συγκεκριμένο χαρακτηριστικό δεν μπορεί να υπερβεί το 100% μιας ομάδας χαρακτηριστικών. Αυτό σημαίνει πως όσο λύνουμε τα μεσοπρόθεσμα προβλήματα με το ανεβαίνουμε προς τα πάνω στην καμπύλη, όλο και πλησιάζουμε στο μακροπρόθεσμο πρόβλημα της προσέγγισης του ασύμπτωτου.

 

Ας δώσουμε ένα παράδειγμα για να δούμε πώς δουλεύει το ασύμπτωτο στην παγκόσμια καπιταλιστική οικονομία. Ένα απο τα προβλήματα που είδαμε στους κύκλους Kondratieff ήταν οτι σε ένα ορισμένο σημείο οι βασικές διαδικασίες παραγωγής γίνονται λιγότερο επικερδείς και αυτές οι διαδικασίες αρχίζουν να μετακινούνται για να μειώσουν τα κόστη παραγωγής. Εντωμεταξύ εμφανίζεται αυξημένη ανεργία στις χώρες του πυρήνα κι αυτό επηρρεάζει την παγκόσμια ενεργή ζήτηση. Μπορεί συγκεκριμένες εταιρίες να μειώνουν τα κόστη τους αλλά το σύνολο των εταιριών βρίσκει δυσκολία στο να αποκτήσει ικανό αριθμό πελατών-καταναλωτών. Ένας τρόπος για να αποκατασταθεί ένα ικανοποιητικό επίπεδο ενεργούς ζήτησης είναι η αύξηση των αμοιβών του μέσου εργαζόμενου στις χώρες του πυρήνα, κι αυτό έχει συχνά συμβεί στο τέλος των περιόδων Β του κύκλου του Kondratieff. Με αυτόν τον τρόπο δημιουργείται το είδος της ενεργούς ζήτησης που απαιτείται για να παρέχει ικανό αριθμό πελατών για τα νέα πρωτοποριακά προϊόντα. Ωστόσο, φυσικά, υψηλότερες αμοιβές σημαίνουν λιγότερα κέρδη για τους επιχειρηματίες. Σε παγκόσμιο επίπεδο αυτό μπορεί να ισοσταθμιστεί με την επέκταση της δεξαμενής των μισθωτών εργατών κάπου αλλού στον κόσμο, με εργάτες που θα είναι πρόθυμοι να δουλέψουν με ένα χαμηλότερο επίπεδο μισθών. Αυτό μπορεί να γίνει με την είσοδο καινούργιων πληθυσμών στην δεξαμενή της μισθωτής εργασίας, για τους οποίους οι χαμηλότεροι μισθοί αντιπροσωπεύουν στην ουσία μια άυξηση στα πραγματικά τους εισοδήματα. Αλλά φυσικά, όταν κάποιος τραβάει «νέα» άτομα στην δεξαμενή της μισθωτής εργασίας, την ίδια στιγμή μειώνει τον αριθμό των ατόμων που βρίσκονται ακόμα έξω απο αυτή την δεξαμενή. Θα φτάσει μια στιγμή που η δεξαμενή θα μειωθεί τόσο πολύ σε βαθμό που θα πάψει να υπάρχει. Τότε φτάνουμε στο ασύμπτωτο. Θα επιστρέψουμε σε αυτό το ζήτημα στο τελευταίο κεφάλαιο όταν θα συζητήσουμε την δομική κρίση του εικοστού πρώτου αιώνα.

 

Είναι προφανές πως το καπιταλιστικό σύστημα απαιτεί την ύπαρξη εργατών που προσφέρουν την εργασία για τις διαδικασίες παραγωγής. Συχνά λέγεται οτι αυτοί οι εργάτες είναι προλετάριοι, δηλαδή μισθωτοί εργάτες που δεν έχουν άλλα εναλλακτικά μέσα διαβίωσης (γιατί είναι χωρίς γή και χωρίς χρηματικά ή ιδιοκτησιακά αποθέματα). Αυτό δεν είναι απόλυτα ακριβές. Είναι τουλάχιστον μη ρεαλιστικό να σκέφτεται κανείς τους εργάτες ως ξεχωριστά άτομα. Σχεδόν όλοι οι εργάτες είναι συνδεδεμένοι με άλλα πρόσωπα σε δομές νοικοκυριών (households) που φυσιολογικά ενώνουν πρόσωπα διαφορετικού φύλου και διαφορετικής ηλικίας. Πολλές, ίσως οι περισσότερες, απο αυτές τις δομές νοικοκυριού μπορούν να ονομαστούν οικογένειες, αλλά οι οικoγενειακοί δεσμοί δεν είναι οι μόνοι που μπορούν να ενώσουν ένα νοικοκυριό. Τα νοικοκυριά συχνά έχουν κοινή κατοικία, αλλά στην πραγματικότητα, λιγότερο συχνά απότι κανείς φαντάζεται.

 

Ένα τυπικό νοικοκυριό αποτελείται απο τρία έως δέκα άτομα που μέσα σε ένα αρκετά μεγάλο χρονικό διάστημα (ας πούμε τριάντα χρόνια πάνω κάτω) αντλούν εισόδημα απο διάφορες πηγές για να επιβιώσουν συλλογικά. Τα νοικοκυριά ούτε είναι εξισωτικές δομές στο εσωτερικό τους, ούτε αμετάβλητες (τα άτομα γεννιούνται και πεθαίνουν, μπαίνουν ή βγαίνουν απο το νοικοκυριό, μεγαλώνουν σε ηλικία κι έτσι αλλάζουν τον οικονομικό τους ρόλο). Αυτό που διακρίνει μια δομή νοικοκυριού είναι κάποια μορφή υποχρέωσης να φέρει κανείς εισόδημα για την ομάδα και να συμμετάσχει στην κατανάλωση που απορρέει απο αυτό το εισόδημα. Τα νοικοκυριά είναι πολύ διαφορετικά απο τα κλάν και τις φυλές ή άλλες τέτοιες εκτεταμένες οντότητες, οι οποίες συχνά μοιράζονται υποχρεώσεις αμοιβαίας προστασίας και ταυτότητας, αλλά δεν μοιράζονται εισόδημα. Ακόμα κι αν υπάρχουν τέτοιες μεγάλες οντότητες άντλησης και μοιράσματος εισοδήματος, είναι δυσλειτουργικές για το καπιταλιστικό σύστημα.

 

Κατ’ αρχήν πρέπει να δούμε τι ακριβώς καλύπτει ο όρος «εισόδημα» (income). Υπάρχουν γενικά μιλώντας, πέντε είδη εισοδήματος στο σύγχρονο παγκόσμιο

σύστημα. Και σχεδόν όλα τα νοικοκυριά αναζητούν και αποκτούν καί τα πέντε είδη, σε διαφορετική βέβαια αναλογία το καθένα (αναλογία που έτσι γίνεται πολύ σημαντική παράμετρος για την αξιολόγηση των νοικοκυριών). Μια προφανής μορφή είναι το εισόδημα μισθού, με το οποίο εννοούμε πληρωμή (συνήθως σε χρήμα) απο πρόσωπα εκτός νοικοκυριού σε κάποιο μέλος του νοικοκυριού για εργασία που εκτελεί εκτός νοικοκυριού σε κάποια παραγωγική διαδικασία. Το εισόδημα απο μισθό μπορεί να είναι σχετικά σταθερό ή περιστασιακό. Μπορεί να είναι πληρωμή για χρόνο εργασίας ή για είδος εργασίας (πληρωμή με το κομμάτι). Ο μισθός έχει το πλεονέκτημα της ευλιγισίας για τον εργοδότη (δηλαδή η συνεχής εργασία είναι μια λειτουργία που εξυπηρετεί τις ανάγκες του εργοδότη), παρόλο που το σωματείο, άλλες μορφές συνδικαλιστικής δράσης καθώς και οι κρατικοί νόμοι μερικές φορές περιορίζουν την ευλιγισία του εργοδότη με πολλούς τρόπους. Παρόλα αυτά οι εργοδότες, ποτέ δεν είναι υποχρεωμένοι να παρέχουν δια βίου εργασία σε συγκεκριμένους εργαζόμενους. Απο την άλλη πλευρά αυτό το σύστημα έχει το μειονέκτημα για τον εργοδότη, οτι όταν πιο πολλοί εργάτες είναι απαραίτητοι, ειδικά σε περιόδους επέκτασης της οικονομίας, μπορεί να μην είναι άμεσα διαθέσιμοι για πρόσληψη. Δηλαδή, σε αυτό το σύστημα ο εργοδότης παζαρεύει το να πληρώνει εργάτες ακόμα κι αν σε κάποια περίοδο δεν χρειάζονται, για να εξασφαλίσει οτι οι εργάτες θα είναι διαθέσιμοι την περίοδο που τους χρειάζεται.

 

Μια δεύτερη προφανής πηγή εισοδείματος για το νοικοκυριό είναι η δραστηριότητα συντήρησης (subsistence activity). Συνήθως ορίζουμε αυτόν τον τύπο εισοδήματος πολύ στενά, παίρνοντάς το να σημαίνει μόνο τις προσπάθειες αγροτικών νοικοκυριών να καλλιεργήσουν τροφή, που θα καταναλώσουν τα ίδια χωρίς να την διοχετεύσουν στην αγορά. Αυτή είναι πράγματι μια μορφή παραγωγής συντήρησης, κι αυτή η μορφή εργασίας βρίσκεται φυσικά σε κάθετη παρακμή στο σύγχρονο παγκόσμιο σύστημα, και γι αυτό λέμε συχνά πως η παραγωγή συντήρησης τελεί υπο εξαφάνιση. Χρησιμοποιώντας όμως έναν τόσο στενό ορισμό,  παραμελούμε εντελώς τις διάφορες μορφές μέσω των οποίων η παραγωγή συντήρησης, στην ουσία, αυξάνεται στον σύγχρονο κόσμο. Όταν κάποιος μαγειρεύει ένα γεύμα ή πλένει τα πιάτα στο σπίτι, αυτό είναι παραγωγή συντήρησης. Όταν ένας ιδιοκτήτης σπιτιού συναρμολογεί έπιπλα που αγόρασε απο ένα μαγαζί, αυτό είναι παραγωγή συντήρησης. Κι όταν ένας ή μιά επαγγελματίας χρησιμοποιεί υπολογιστή για να στείλει ηλεκτρονικό ταχυδρομείο, όταν την δουλειά αυτή θα την έκανε μια γραμματέας, αυτό είναι παραγωγή συντήρησης. Η παραγωγή συντήρησης είναι ένα μεγάλο κομμάτι του εισοδήματος ενός νοικοκυριού σήμερα, στις πιο πλούσιες οικονομικές ζώνες της παγκόσμιας καπιταλιστικής οικονομίας.

 

Ένα τρίτο είδος εισοδήματος νοικοκυριού θα το αποκαλούσαμε γενικά μικρο-εμπρευματική παραγωγή (petty commodity production). Ως μικρο-εμπορευματική παραγωγή ορίζεται η παραγωγή που γίνεται εντός του νοικοκυριού, αλλά πωλείται έναντι μετρητών στην ευρύτερη αγορά. Προφανώς, αυτή η παραγωγή συνεχίζει να είναι πολύ διαδεδομένη στις φτωχότερες ζώνες του παγκόσμιου συστήματος, δεν απουσιάζει όμως παντελώς κι απο τις υπόλοιπες ζώνες. Στις πλουσιότερες ζώνες την ονομάζουμε εργασία με το κομμάτι, ή ελεύθερη εργασία (free-lancing). Αυτό το είδος δραστηριότητας δεν περιλαμβάνει μόνο την διαπραγμάτευση στην αγορά των παραγόμενων προϊόντων (συμπεριλαμβανομένων και των πνευματικών προϊόντων) αλλά και το μικρο-εμπόριο. Όταν ένα αγόρι πουλάει στους δρόμους τσιγάρα ένα ένα, σε πελάτες που δεν έχουν λεφτά να αγοράσουν όλο το πακέτο, το αγόρι εμπλέκεται στην μικρο-εμπορευματική παραγωγή, με την διαδικασία παραγωγής να βρίσκεται στην απο-συναρμολόγηση του μεγαλύτερου πακέτου και την διοχέτευση στην αγορά των μικρότερων κομματιών που περιέχει.

 

Ένα τέταρτο είδος εισοδήματος είναι αυτό που γενικά ονομάζουμε ενοίκιο. Το ενοίκιο μπορεί να προέρχεται απο κάποια μεγάλη επένδυση κεφαλαίου (η προσφορά αστικών διαμερισμάτων ή δωματίων εντός διαμερισμάτων) η απο τοπικό γεωγραφικό προνόμιο (η συλλογή διοδίων απο μια ιδιωτική γέφυρα) ή απο ιδιοκτησία κεφαλαίου (κουπόνια απο ομόλογα ή τόκοι απο λογαριασμό καταθέσεων). Αυτό που χαρακτηρίζει το ενοίκιο είναι οτι η ιδιοκτησία κι όχι η εργασία παράγει εισόδημα.

 

Και τέλος υπάρχει ένα πέμπτο είδος εισοδήματος το οποίο στο σύγχρονο κόσμο αποκαλούμε μεταβιβάσιμες πληρωμές (transfer payments). Αυτές μπορούν να οριστούν σαν εισόδημα που περιέρχεται σε ένα άτομο σαν αποτέλεσμα της υποχρέωσης ενός άλλου ατόμου να το παρέχει. Οι μεταβιβάσιμες πληρωμές μπορούν να προέλθουν απο πρόσωπο που βρίσκεται κοντά στο νοικοκυριό, όπως όταν δώρα ή δάνεια δίνονται απο την μια γενιά στην άλλη σε περιόδους γεννήσεων, γάμων ή θανάτων. Τέτοιες μεταβιβάσιμες πληρωμές μεταξύ νοικοκυριών στην βάση της ανταποδοτικότητας (η οποία θεωρητικά δεν εξασφαλίζει εισόδημα για μια ζωή, αλλά διευκολύνει συγκεκριμένες ανάγκες ρευστότητας). Ή οι μεταβιβάσιμες πληρωμές μπορεί να προέλθουν απο το κράτος (σε αυτή την περίπτωση τα χρήματα κάποιου επιστρέφουν σε αυτόν με την μορφή σύνταξης) ή μέσω μιας ιδιωτικής ασφάλειας (όπου κάποιος μπορεί στο τέλος να ωφεληθεί, αλλά και να χάσει) ή μέσω της αναδιανομής απο την μιά κοινωνική τάξη στην άλλη.

 

Μόλις το σκεφτούμε θα συνειδητοποιήσουμε πόσο οικεία μας είναι η δεξαμενή εισοδήματος που πάει προς τα νοικοκυριά. Φανταστείτε ένα νοικοκυριό μιας μεσο-αστικής Αμερικανικής οικογένειας, της οποίας ο ενήλικας άντρας έχει μια δουλειά (κι ενδεχομένως και μια δεύτερη τα βράδυα) η ενήλικας γυναίκα δουλεύει σε κέτερινγκ εκτός σπιτιού, ο έφηβος γιός μοιράζει εφημερίδες στην γειτονιά και η δωδεκάχρονη κόρη φυλάει μωρά. Φανταστείτε και την γιαγιά ενδεχομένως που προσφέρει την σύνταξη χηρείας της, κι ένα δωμάτιο πάνω απο το γκαράζ που νοικιάζουν σε ξένους. Ή φανταστείτε ένα Μεξικανικό σπίτι εργατικής τάξης, όπου ο ενήλικας άντρας μετανάστευσε παράνομα στις ΗΠΑ και στέλνει χρήματα απο εκεί, η ενήλικας γυναίκα καλλιεργεί ένα χωραφάκι δίπλα απο το σπίτι, η έφηβη κόρη δουλεύει ως υπηρέτρια (που πληρώνεται και σε χρήμα και σε είδος) σε ένα πλούσιο Μεξικάνικο σπίτι και το προ-έφηβο αγόρι εμπορεύεται μικροαντικείμενα στην αγορά μετά το σχολείο (ή και μέσα στο σχολείο). Ο καθένας μας μπορεί να σκεφτεί πάρα πολλούς τέτοιους συνδυασμούς.

 

Στην ζώσα πραγματικότητα πολύ λίγα νοικοκυριά δεν έχουν και τα πέντε είδη εισοδήματος. Αλλά κάποιος πρέπει αμέσως να πάρει υπόψη του οτι τα μέλη ενός νοικοκυριού που προσφέρουν εισόδημα μπορεί να συνδέονται με κατηγορίες φύλου και ηλικίας. Αυτό σημαίνει πως πολλές απο αυτές τις εργασίες ορίζονται με βάση το φύλο ή την ηλικία. Η μισθωτή εργασία ήταν επι μακρόν συνδεδεμένη με τους άντρες ηλικίας απο τα δεκατέσσερα-δεκαοχτώ ως τα εξήντα εξηνταπέντε. Η παραγωγή συντήρησης και μικρο-εμπορίου έχει κυρίως συνδεθεί με τις γυναίκες τα παιδιά και τους ηλικιωμένους. Το κρατικά μεταβιβαζόμενο εισόδημα έχει ιστορικά συνδεθεί με την μισθωτή εργασία εκτός απο κάποια επιδόματα ανατροφής παιδιών. Πολλοί απο τους πολιτικούς αγώνες των τελευταίων 100 χρόνων στόχευσαν στην υπέρβαση των προσδιορισμών του φύλου σε όλους αυτούε τους τύπους εργασίας και εισοδήματος.

 

Όπως έχουμε ήδη πεί, η σχετική σπουδαιότητα των διαφόρων ειδών εισοδήματος σε συγκεκριμένα νοικοκυριά ποκίλει ευρέως. Ας διακρίνουμε δύο βασικές κατηγορίες, το νοικοκυριό που το 50% και πάνω του συνολικού δια βίου εισοδήματος προέρχεται απο τον μισθό, και το νοικοκυριό του οποίου το μισθωτό εισόδημα πέφτει κάτω απο το 50% του συνόλου. Ας ονομάσουμε το πρώτο, «προλεταριακό νοικοκυριό» (γιατί φαίνεται να εξαρτάται απο το μισθωτό εισόδημα, κάτι που η λέξη προλετάριος υποτίθεται οτι σημαίνει), κι ας ονομάσουμε το δεύτερο «ημι-προλεταριακό» νοικοκυριό (γιατί εξακολουθεί να υπάρχει μισθωτό εισόδημα για τα περισσότερα απο τα μέλη του). Εάν κάνουμε αυτή την διάκριση, θα δούμε οτι τους εργοδότες τους συμφέρει να προσλαμβάνουν εργάτες απο ημι-προλεταριακά νοικοκυριά. Όταν η μισθωτή εργασία είναι το κύριο εισόδημα του νοικοκυριού υπάρχει πάντα ένα κατώτατο όριο στο πόσο πρέπει να πληρώνεται ο εργάτης. Πρέπει να είναι ένα ποσό που να αντιστοιχεί τουλάχιστον στο κατ’ αναλογία κόστος αναπαραγωγής και συντήρησης του νοικοκυριού. Αυτό είναι που μπορούμε να ονομάσουμε απόλυτος κατώτατος μισθός. Αν όμως ο μισθωτός εργάτης περικλείεται απο ένα νοικοκυριό που είναι ημι-προλεταριακό, ο εργάτης μπορεί να πληρωθεί έναν μισθό κατώτερο απο το κατώτερο όριο, χωρίς να ριψοκινδυνεύει την επιβίωση του νοικοκυριού του. Η διαφορά καλύπτεται απο άλλες πηγές κι απο την εργασία των υπολοίπων μελών του νοικοκυριού. Αυτό που βλέπουμε να συμβαίνει σε αυτές τις περιπτώσεις είναι πως οι άλλοι παραγωγοί εισοδήματος στο νοικοκυριό μεταφέρουν υπεραξία στον εργοδότη του μισθωτού εργάτη πολύ περισσότερη απο την υπεραξία που ο ίδιος ο εργάτης προσφέρει στον εργοδότη με την εργασία του [υπογράμμιση του μεταφραστή, όχι του συγγραφέα], αφού επιτρέπουν στον εργοδότη να πληρώσει λιγότερο απο τον απόλυτο κατώτερο μισθό.

 

Εξυπακούεται πως στο καπιταλιστικό σύστημα οι εργοδότες γενικά θα προτιμούσαν να προσλαμβάνουν εργάτες απο ημι-προλεταριακά νοικοκυριά. Υπάρχουν ωστόσο δύο παράγοντες που πιέζουν στην αντίθετη κατεύθυνση. Ο ένας είναι η πίεση των ίδιων των εργατών να «προλεταριοποιηθούν» γιατί αυτό σημαίνει υψηλότερους μισθούς. Και ο δεύτερος είναι η αντίφαση των ίδιων των εργοδοτών. Ενάντια στην ατομική τους ανάγκη για μικρότερους μισθούς βρίσκεται η συλλογική μακροπρόθεσμη ανάγκη να διατηρούν μια ισχυρή ενεργή ζήτηση στην παγκόσμια οικονομία για να συντηρούν την αγορά για τα προϊόντα τους. Έτσι με βάση αυτές τις δύο πιέσεις σε μακρό χρόνο, υπάρχει μικρή αλλά σταθερή και συνεχής αύξηση των νοικοκυριών που προλεταριοποιούνται. Παρόλα αυτά, η περιγραφή της μακροχρόνιας τάσης είναι αντίθετη με την παραδοσιακή εικόνα της κοινωνικής επιστήμης, οτι τάχα ο καπιταλισμός σαν σύστημα απαιτεί οι εργάτες να είναι προλετάριοι. Αν αυτό ήταν αλήθεια, θα έπρεπε κάποιος να εξηγήσει γιατί μετα απο τετρακόσια με πεντακόσια χρόνια καπιταλισμού, το ποσοστό των προλεταρίων στον κόσμο δεν είναι και πολύ μεγαλύτερο απο ότι ήταν αρχικά τηρουμένων των αναλογιών. Αντί να σκεφτόμαστε την προλεταριοποίηση σαν ανάγκη του συστήματος, θα έπρεπε να την σκεφτόμαστε σαν αποτέλεσμα σκληρής πάλης της οποίας το αποτέλεσμα είναι μια μικρή αλλά σταθερή αύξηση, μια αιωνόβια τάση η οποία κινείται προς το ασύμπτωτο.

 

[////]

 

 

Υπάρχουν τάξεις στο καπιταλιστικό σύστημα, αφού υπάρχουν σαφώς άτομα που τοποθετούνται διαφορετικά στο οικονομικό σύστημα, με διαφορετικό επίπεδο εισοδήματος και με διαφορετικά συμφέροντα. Για παράδειγμα είναι προφανώς προς το συμφέρον των εργατών να ζητούν αύξηση στους μισθούς τους, ενώ είναι το ίδιο προφανές ότι το συμφέρον των εργοδοτών είναι να μειώνουν τους μισθούς, τουλάχιστον σε γενικό επίπεδο. Όμως, όπως είδαμε, οι μισθωτοί εργάτες περιβάλλονται απο νοικοκυριά. Δεν έχει νόημα να σκεφτόμαστε οτι οι εργάτες ανήκουν σε μια τάξη ενώ τα άλλα μέλη του νοικοκυριού τους ανήκουν σε κάποια άλλη. Είναι λοιπόν τα νοικοκυριά κι όχι τα άτομα που ανήκουν σε τάξεις. Τα άτομα που θέλουν να αλλάξουν τάξη, συχνά συνειδητοποιούν πως πρέπει να φύγουν απο το νοικοκυριό που ζούν και να ενταχτούν σε κάποιο άλλο, αν θέλουν να πετύχουν αυτή την επιδίωξη. Δεν είναι εύκολο, δεν είναι όμως και, σε καμμιά περίπτωση, αδύνατο.

 

Οι τάξεις ωστόσο, δεν είναι και οι μόνες ομάδες στις οποίες τα νοικοκυριά τοποθετούν τον εαυτό τους. Ανήκουν επίσης σε ομάδες δύναμης (status groups) ή ομάδες ταυτοτήτων (η ένοια της ομάδας status-δύναμης αναφέρεται πιο πολύ στο πως την βλέπουν οι άλλοι απο «αντικειμενική» άποψη, ενώ η έννοια της ταυτότητας αναφέρεται κυρίως στο πως βλέπουν οι ίδιοι που ανήκουν στην ομάδα σαν «υποκειμενική» άποψη, αλλά όπως και νά’χει, οι ομάδες αυτές αποτελούν μια θεσμική πραγματικότητα του παγκόσμιου συστήματος). Οι ομάδες δύναμης ή οι ταυτότητες είναι ετικέτες μέσα στις οποίες γεννιόμαστε, ή τουλάχιστον πιστεύουμε οτι γεννιόμαστε. Είναι γενικά δύσκολο να μπεί κανείς μέσα σε αυτές τις ομάδες εθελοντικά, αν και όχι αδύνατο. Αυτές οι ομάδες δύναμης ή ταυτότητες είναι οι διάφοροι πληθυσμοί ή « λαοί » (peoples) των οποίων όλοι είμαστε μέλη: έθνη, φυλές, εθνοτικές ομάδες, θρησκευτικές κοινότητες, αλλά και φύλα και σεξουαλικές προτιμήσεις. Πολλές απο αυτές τις κατηγορίες υποτίθεται οτι είναι αναχρονιστικά υπολείμματα προ-νεωτερικών εποχών. Αυτή η υπόθεση είναι λανθασμένη σαν βάση. Η υπαγωγή σε ομάδες δύναμης ή ταυτότητας είναι βασικό στοιχείο της νεωτερικότητας. Μακράν απο το να εξαφανίζονται, ίσα ίσα η σπουδαιότητά τους αυξάνει όσο η λογική του καπιταλιστικού συστήματος εξαπλώνεται και μας ενσωματώνει όλους.

 

Αν υποστηρίζουμε πως τα νοικοκυριά τοποθετούνται μέσα σε τάξεις, κι όλα τα μέλη τους μοιράζονται αυτήν την τοποθέτηση, ισχύει άραγε το ίδιο και για την ένταξή τους σε ομάδες δύναμης ή ταυτότητας; Υπάρχει όντως μια τεράστια πίεση μέσα στα νοικοκυριά να διατηρήσουν μια κοινή ταυτότητα, κι όλα τα μέλη τους να ανήκουν στην ίδια ομάδα στάτους ή ταυτότητας. Αυτή η πίεση ασκείται πιο πολύ σε άτομα που είναι σε ηλικία γάμου και που πιέζονται να βρούν το ταίρι τους μέσα απο την ίδια ομάδα ταυτότητας ή δύναμης. Βέβαια η συνεχής κίνηση των ατόμων μέσα στο σύγχρονο παγκόσμιο σύστημα και η τάση να αγνοούνται τα χαρακτηριστικά ταυτότητας σε όφελος πιο «αξιοκρατικών» κριτηρίων, έχει οδηγήσει σε μια σχετική επιμειξία ταυτοτήτων στο εσωτερικό των νοικοκυριών. Παρόλα αυτά, αυτό που πραγματικά συμβαίνει σε ένα νοικοκυριό είναι η τάση προς την κοινή ταυτότητα και ομάδα δύναμης, κι αυτό που συχνά ξεκινάει σαν επιμειξία καταλήγει στην δημιουργία μιας νέας ταυτότητας ή μιας νέας ομάδας κι έτσι επανενώνεται το νοικοκυριό σε μια κοινή ταυτότητα. Ένα στοιχείο στο αίτημα για νομιμοποίηση των ομοφυλόφιλων γάμων είναι ακριβώς αυτή η τάση για επανένωση της ταυτότητας ενός νοικοκυριού.

 

Γιατί άραγε είναι τόσο σημαντικό για τα νοικοκυριά να διατηρούν μια και μοναδική ταξική ταυτότητα και μιά και μοναδική ταυτότητα ομάδας δύναμης, ή τουλάχιστον να προσποιούνται οτι την διατηρούν; Μια τέτοια ομογενοποίηση φυσικά βοηθάει την ενότητα του νοικοκυριού σαν ενιαία μονάδα εισοδήματος, και το βοηθάει να ξεπερνά φυγόκεντρες τάσεις στο εσωτερικό του λόγω ανισοτήτων στην διανομή της κατανάλωσης και στην λήψη αποφάσεων. Θα ήταν λάθος ωστόσο, αν βλέπαμε αυτήν την τάση ως κυρίως έναν αμυντικό μηχανισμό του ίδιου του νοικοκυριού ως ομάδας. Υπάρχουν σημαντικά πλεονεκτήματα στο συνολικό παγκόσμιο σύστημα απο τις ομογενοποιητικές τάσεις μέσα στις δομές του νοικοκυριού.

 

Τα νοικοκυριά λειτουργούν σαν οι κύριοι κοινωνικοποιητικοί μεσολαβητές του παγκόσμιου συστήματος. Προσπαθούν να μας διδάξουν και κυρίως τους νεότερους, την γνώση και τον σεβασμό στους κοινωνικούς κανόνες στους οποίους πρέπει να υπακούμε. Βέβαια έρχονται δεύτερα στην διδασκαλία της πειθαρχίας, μετά το κράτος, τα σχολεία και τους στρατούς, τα μέσα ενημέρωσης και τους θρησκευτικούς θεσμούς. Τίποτα από όλα αυτά όμως δεν συγκρίνεται με το νοικοκυριό στην ουσιαστική επίδραση στο άτομο. Τι όμως καθορίζει το πώς τα νοικοκυριά θα κοινωνικοποιήσουν τα μέλη τους; Σε γενικές γραμμές ο τρόπος με τον οποίο οι δευτερογεννείς θεσμοί θέτουν το πλαίσιο για τα νοικοκυριά, και η ικανότητά τους να το κάνουν αυτό εξαρτάται απο την σχετική ομοιογένεια των νοικοκυριών, -δηλαδή με το να έχουν, και να βλέπουν τον εαυτό τους σαν να έχει έναν καθορισμένο ιστορικό ρόλο στο κοινωνικό σύστημα. Ένα νοικοκυριό που είναι σίγουρο για την θέση του στην ομάδα δύναμης-ταυτότητας, -για την εθνική του ταυτότητα, την φυλή του, την θρησκεία του, τον κώδικα σεξουαλικότητάς του- γνωρίζει πολύ καλά πως να κοινωνικοποιήσει τα μέλη του. Κάποιο νοικοκυριό που μπορεί να είναι λιγότερο σίγουρο, αλλά που προσπαθεί να δημιουργήσει μια ομοιογεννή, έστω και καινούργια, ταυτότητα, μπορεί να τα καταφέρει εξίσου καλά. Ένα νοικοκυριό, όμως, που ανοιχτά αναγνωρίζει μια μόνιμα διχασμένη ταυτότητα θα δυσκολευτεί αφάνταστα να εκπληρώσει την λειτουργία κοινωνικοποίησης και θα συναντήσει τεράστια δυσκολία να επιβιώσει ως ομάδα.

 

Φυσικά, οι εξουσίες του κοινωνικού συστήματος πάντα ελπίζουν πως η κοινωνικοποίηση θα οδηγήσει στην αποδοχή των πραγματικών ιεραρχιών που παράγει το σύστημα. Επίσης ελπίζουν οτι η κοινωνικοποίηση θα οδηγήσει στην εσωτερίκευση των μύθων, της ρητορικής και των θεωριών του συστήματος. Αυτό συμβαίνει εν μέρει, αλλά ποτέ απόλυτα. Τα νοικοκυριά κοινωνικοποιούν τα μέλη τους επίσης στην ανταρσία, στην απόσυρση, ή στην παραβατικότητα. Βέβαια, ως ένα βαθμό, ακόμα και μια τέτοια, αντισυστημική κοινωνικοποίηση μπορεί να βολεύει το σύστημα, αν προσφέρει διέξοδο σε ανήσυχα πνεύματα, αρκεί να μην διαταράσσεται η σχετική ισορροπία του συστήματος. Σε αυτή την περίπτωση, κάποιος μπορεί να περιμένει πως οι αρνητικές κοινωνικοποιήσεις θα έχουν περιορισμένη επίδραση στην λειτουργία του συστήματος. Αλλά όταν το ιστορικό σύστημα έρχεται σε δομική κρίση, ξαφνικά οι αντισυστημικές κοινωνικοποιήσεις μπορεί να παίξουν βαθειά αποσταθεροποιητικό ρόλο για το σύστημα.

 

Εως τώρα έχουμε παραθέσει μόνο τους προσδιορισμούς της τάξης και της ομάδας δύναμης για τις εναλλακτικές μορφές συλλογικής έκφρασης των νοικοκυριών. Όμως είναι προφανές πως υπάρχουν διάφορα είδη ομάδων δύναμης, όχι πάντοτε συναφή μεταξύ τους. Επίσης καθώς η πολυπλοκότητα του ιστορικού χρόνου αυξάνει, ο αριθμός των ομάδων δύναμης αυξάνει αντί να μειώνεται. Στο τέλος του εικοστού αιώνα οι άνθρωποι ξεκίνησαν να προβάλουν ταυτότητες σεξουαλικής προτίμησης που δεν ήταν βάση διάκρισης νοικοκυριών στους προηγούμενους αιώνες. Εφόσον όλοι σχετιζόμαστε με μια πολυπλοκότητα ομάδων δύναμης ή ταυτοτήτων, προκύπτει το ερώτημα αν υπάρχει κάποια τάξη προτεραιότητας για τις ταυτότητες. Σε περίπτωση σύγκρουσης ποιά ταυτότητα θα επικρατούσε; Μπορεί ένα νοικοκυριό να είναι ομοιογεννές σε σχέση με μια ταυτότητα αλλά ανομοιογεννές σε σχέση με κάποια άλλη; Η απάντηση είναι φυσικά, ναι, αλλά ποιές είναι οι συνέπειες;

 

Πρέπει να κοιτάξουμε τις πιέσεις προς ένα νοικοκυριό, οι οποίες έρχονται απέξω. Οι πιο πολλές απο τις ομάδες δύναμης διαθέτουν κάποια θεσμική έκφραση που διαπερνά οριζόντια τα νοικοκυριά. Κι αυτές οι θεσμικές εκφράσεις ασκούν πίεση στα νοικοκυριά, όχι μόνο να εναρμονιστούν με τις νόρμες τους και τις συλλογικές στρατηγικές τους, αλλά και να τους δώσουν προτεραιότητα έναντι άλλων. Απο τους δια-νυκοκοιριακούς θεσμούς, τα κράτη είναι ο πιό επιτυχής στο να επιδρά στα νοικοκυριά γιατί διαθέτουν τα πιό άμεσα όπλα πίεσης (το νόμο, τα διάφορα επιδόματα, καθώς και την δυνατότητα ελέγχου των μέσων ενημέρωσης κι εκπαίδευσης). Όμως, όπου το κράτος δεν είναι αρκετά ισχυρό, θρησκευτικοί θεσμοί, εθνικοί οργανισμοί και παρόμοιες συλλογικότητες, γίνονται οι πιο ισχυρές φωνές που πιέζουν τα νοικοκυριά για προτεραιότητα. Ακόμα κι όταν ομάδες δύναμης ή ταυτότητες περιγράφουν τον εαυτό τους σαν αντισυστημικές, μπορεί να είναι ανταγωνιστικές σε άλλες αντισυστημικές ομάδες και ταυτότητες, απαιτώντας προτεραιότητα στην πρόσδεση των νοικοκυριών μαζί τους. Είναι αυτή η ταραγμένη κατάσταση των ταυτοτήτων των νοικοκυριών που βρίσκεται κάτω απο τα σκαμπανεβάσματα και τις απότομες αλλαγές της πολιτικής πάλης στο σύγχρονο παγκόσμιο σύστημα.

 

[///]

 

Οι περίπλοκες σχέσεις της παγκόσμιας οικονομίας, οι εταιρίες, τα κράτη, τα νοικοκυριά και οι δια-νοικοκυριακοί θεσμοί που συνδέουν τα μέλη των τάξεων και των ομάδων δύναμης περιβάλλονται απο δυό αντίθετα –αλλά συμβιωτικά- ιδεολογικά θέματα: τον οικουμενισμό (universalism) απο την μιά πλευρά και τον ρατσισμό/σεξισμό απο την άλλη.

 

Ο οικουμενισμός είναι ένα θέμα βασικά συνδεδεμένο με το σύγχρονο παγκόσμιο σύστημα. Είναι με πολλούς τρόπους ένα απο τα στοιχεία για τα οποία το σύστημα υπερηφανεύεται. Οικουμενισμός σημαίνει γενικά η προτεραιότητα γενικών κανόνων που εφαρμόζονται εξίσου για όλα τα άτομα, και συνεπώς η απόρριψη των ιδιαίτερων, επιμεριστικών προτιμήσεων στις περισότερες σφαίρες. Οι μόνοι κανόνες που θεωρούνται επιτρεπτοί στο πλαίσιο του οικουμενισμού, είναι αυτοί που δείχνουν να εφαρμόζουν άμεσα στην, με την στενή έννοια, σωστή λειτουργία του παγκόσμιου συστήματος.

 

Οι εκφράσεις του οικουμενισμού είναι πολλαπλές. Αν μεταφράσουμε τον οικουμενισμό στο επίπεδο της εταιρίας ή του σχολείου, σημαίνει για παράδειγμα την τοποθέτηση των ατόμων σε θέσεις ανάλογα με την εκπαίδευσή τους και την ικανότητά τους (μια πρακτική γνωστή και ως αξιοκρατία). Αν τον μεταφράσουμε στο επίπεδο του νοικοκυριού, δηλώνει ανάμεσα σε άλλα, πως ο γάμος γίνεται στην βάση του «έρωτα», κι όχι στη βάση του πλούτου ή στην βάση της εθνικής ταυτότητας ή κάποιας άλλης ιδιαιτερότητας. Αν τον μεταφράσουμε στο επίπεδο του κράτους, σημαίνει καθολικό δικαίωμα ψήφου και ισότητα όλων μπροστά στους νόμους. Είμαστε όλοι εξοικειωμένοι με όλους αυτούς τους ιερούς κανόνες αφού επαναλαμβάνονται με κανονική συχνότητα στον δημόσιο λόγο. Υποτίθεται οτι όλα αυτά είναι ο κεντρικός πυρήνας της κοινωνικοποίησής μας. Βεβαίως γνωρίζουμε πως αυτοί οι ιεροί κανόνες, υποστηρίζονται με άνισο τρόπο σε διάφορες τοπικότητες του παγκόσμιου συστήματος (και θα συζητήσουμε γιατί συμβαίνει αυτό), κι επίσης γνωρίζουμε οτι απέχουν παρασάγγας απο το να εφαρμόζονται στην πράξη. Παρόλα αυτά, έχουν γίνει το επίσημο ευαγγέλιο της νεωτερικότητας.

 

Ο οικουμενισμός είναι ένας θετικός κανόνας, πράγμα που σημαίνει οτι οι περισσότεροι άνθρωποι διαβεβαιώνουν την πίστη τους σε αυτόν, και σχεδόν όλοι υποστηρίζουν οτι είναι μια αρετή. Ο ρατσισμός κι ο σεξισμός είναι το ακριβώς αντίθετο. Είναι κι αυτά κανόνες, αλλά αρνητικοί κανόνες, αφού οι περισσότεροι δηλώνουν οτι δεν πιστεύουν σε αυτούς. Όλοι δηλώνουν οτι είναι βλαβεροί, ωστόσο παραμένουν κανόνες. Αυτό που είναι πιό σημαντικό, είναι οτι στην πράξη στην ουσία ο ρατσισμός κι ο σεξισμός τηρούνται τουλάχιστον όσο κι ο οικουμενισμός, στην πραγματικότητα, πολύ περισσότερο απο τον αγαθό κανόνα του οικουμενισμού. Αυτό φαίνεται εκ πρώτης όψεως να είναι μια ανωμαλία. Αλλά δεν είναι.

 

Ας δούμε τι εννοούμε όταν λέμε ρατσισμός και σεξισμός. Ουσιαστικά αυτοί είναι δυό όροι που περιήλθαν σε ευρεία χρήση μόλις κατά το δεύτερο μισό του εικοστού αιώνα. Ο ρατσισμός κι ο σεξισμός είναι στοιχεία ενός ευρύτερου φαινομένου που δεν έχει έναν κατάλληλο όρο, αλλά που μπορούμε να το σκεφτούμε σαν αντι-οικουμενισμό, ή την πρακτική θεσμική προκατάληψη κατά όλων των ατόμων μιας ομάδας δύναμης ή ταυτότητας. Για κάθε είδος ταυτότητας υπάρχει μια κοινωνική διαβάθμιση. Μπορεί να είναι μια χοντροκομένη διαβάθμιση με μόνο δυό κατηγορίες, μπορεί όμως και να είναι πιό περίπλοκη με μια ολόκληρη κλίμακα απο κατηγορίες. Αλλά υπάρχει πάντα μια ομάδα στην κορυφή της κλίμακας και διάφορες άλλες από κάτω. Αυτές οι διαβαθμίσεις είναι καί παγκόσμιες καί τοπικές, καί με τα δυό είδη να έχουν τεράστιες συνέπειες στην ζωή των ανθρώπων, αλλά και στην διαχείρηση της καπιταλιστικής παγκόσμιας οικονομίας.

 

Είμαστε όλοι εξοικειωμένοι με τις παγκόσμιες διαβαθμίσεις μέσα στο σύγχρονο παγκόσμιο σύστημα: άντρες πάνω από γυναίκες, Λευκοί πάνω από Μαύρους (ή μη-Λευκούς), ενήλικες πάνω από παιδιά (ή γέρους), μορφωμένοι πάνω από αμόρφωτους, ετεροφυλόφιλοι πάνω από γκέυ και λεσβίες, αστοί και στελέχη πάνω από εργάτες, κάτοικοι των πόλεων πάνω από τους καλλιεργητές της υπαίθρου. Οι εθνοτικές διαβαθμίσεις είναι πιο τοπικές, αλλά σε κάθε χώρα υπάρχει μια κυρίαρχη εθνότητα κι απο κάτω είναι οι υπόλοιπες. Οι θρησκευτικές διαβαθμίσεις έχουν μεγάλη ποικιλία στον κόσμο, όμως σε κάθε περιοχή, ο καθένας ξέρει ποιές ακριβώς είναι. Ο εθνικισμός συχνά παίρνει την μορφή της κατασκευής του συνδέσμου μεταξύ της μιας πλευράς όλων των αντινομιών, κι έτσι, για παράδειγμα κάποιος μπορεί να κατασκευάσει τον κανόνα οτι ενήλικες, λευκοί, άντρες, ετεροφυλόφιλοι συγκεκριμένων εθνοτήτων και θρησκειών, είναι οι μόνοι που αποτελούν το «αληθινό» έθνος.

 

Υπάρχουν πολλά ζητήματα που αυτή η περιγραφή θέτει προς διερεύνηση. Για ποιό λόγο να επαγγέλεται κανείς τον οικουμενισμό και να εφαρμόζει την ίδια στιγμή τον αντι-οικουμενισμό; Γιατί να υπάρχουν τόσες πολλές κατηγορίες αντι-οικουμενισμού;

Είναι αυτή η αντιφατική αντινομία ένα απαραίτητο στοιχείο του σύγχρονου παγκόσμιου συστήματος; Ο οικουμενισμός και ο αντι-οικουμενισμός στην πραγματικότητα λειτουργούν και οι δυό καθημερινά στον κόσμο, μόνο που λειτουργούν σε διαφορετικά πεδία. Ο οικουμενισμός τείνει να είναι η επιχειρησιακή αρχή περισσότερο αυτών που θα αποκαλούσαμε τα «στελέχη» του παγκόσμιου συστήματος –δηλαδή ούτε αυτών που είναι πολύ ψηλά σε δύναμη και πλούτο, ούτε αυτών που ανήκουν στην μεγάλη πλειοψηφία των εργατών και των απλών ανθρώπων σε όλες τις σφαίρες εργασίας στον πλανήτη, αλλά αυτών που ανήκουν σε ένα ενδιάμεσο στρώμα ανθρώπων που έχουν ηγετικούς ή διευθυντικούς ρόλους σε διάφορους θεσμούς. Είναι ο κανόνας (ο οικουμενισμός) που εμπερικλείει τις αποδοτικότερες μορφές πρόσληψης τεχνικού, επαγγελματικού και επιστημονικού προσωπικού. Αυτό το ενδιάμεσο στρώμα μπορεί να είναι μικρότερο ή μεγαλύτερο ανάλογα με την θέση της κάθε χώρας στο παγκόσμιο σύστημα, και την εγχώρια πολιτική κατάσταση. Όσο ισχυρότερη είναι η οικονομική θέση μιας χώρας τόσο πολυπληθέστερο είναι αυτό το στρώμα. Κάθε που ο οικουμενισμός χάνει την κυριαρχία του ακόμα κι ανάμεσα στα στελέχη σε συγκεκριμένα μέρη του παγκόσμιου συστήματος, οι παρατηρητές βλέπουν δυσλειτουργία, και αμέσως ασκούνται πολιτικές πιέσεις (κι απο μέσα από την χώρα, κι από το εξωτερικό) για την αποκατάσταση κάποιου βαθμού οικουμενικών κριτηρίων.

 

Υπάρχουν δυό τελείως διαφορετικοί λόγοι γι αυτό. Απο την μιά μεριά ο οικουμενισμός θεωρείται οτι διασφαλίζει σχετικά ικανοποιητική απόδοση, κι έτσι συνδράμει σε πιο αποτελεσματική παγκόσμια οικονομία, που με την σειρά της βελτιώνει την ικανότητα συσσώρευσης κεφαλαίου. Συνεπώς, αυτοί που ελέγχουν τις διαδικασίες παραγωγής πιέζουν για τέτοια οικουμενικά κριτήρια. Βέβαια τα οικουμενικά κριτήρια εγείρουν δυσαρέσκεια όταν εφαρμόζονται, μόνο όταν κάποιο επιμεριστικό κριτήριο γίνεται απαιτητό. Όταν μια δημόσια υπηρεσία είναι ανοιχτή σε μιά μόνον εθνότητα ή θρησκεία, η επιλογή των προσώπων για τα μέλη της είναι οικουμενική, συνολικά όμως όχι. Αν τα οικουμενικά κριτήρια επικαλούνται μόνο την στιγμή της επιλογής, αλλά αγνοούνται τα επιμεριστικά κριτήρια που διαπερνούν την εκπαίδευση και την πρότερη εμπειρία, πάλι υπάρχει δυσαρέσκεια. Αλλά ακόμα κι αν τα οικουμενικά κριτήρια είναι όντως οικουμενικά, πάλι θα υπάρξει διαμαρτυρία και «λαϊκή» πίεση για άρση των κριτηρίων, αφού επιλογή σημαίνει αναγκαστικά αποκλεισμό. Κάτω από αυτές τις πολύπλοκες περιστάσεις τα οικουμενικά κριτήρια παίζουν έναν βασικό κοινωνιο-ψυχολογικό ρόλο για την νομιμοποίηση αξιοκρατικής ανάθεσης. Κάνουν αυτούς που έχουν φτάσει στο στάτους των στελεχών να νιώθουν δικαιωμένοι στην πρόοδό τους, και να αγνοούν πως τα λεγόμενα οικουμενικά κριτήρια που τους επέτρεψαν την πρόσβαση στο στελεχικό στρώμα δεν ήταν πράγματι οικονομικά, ή να αγνοούν τις διαμαρτυρίες των υπολοίπων για τα προνόμια και τους μισθούς των στελεχών. Ο κανόνας του οικονομισμού είναι μια τεράστια υπηρεσία γι αυτούς που επωφελούνται απο το σύστημα. Τους κάνει να νιώθουν ότι αξίζουν αυτά που κατέχουν.

 

Από την άλλη πλευρά, ο ρατσισμός, ο σεξισμός και οι άλλοι αντι-οικουμενικοί κανόνες εκτελούν εξίσου σημαντικές υπηρεσίες στην ανάθεση εργασίας, εξουσίας και προνομίων μέσα στο σύγχρονο παγκόσμιο σύστημα. Φαίνεται να δηλώνουν αποκλεισμούς απο την δημόσια σφαίρα. Στην ουσία είναι πραγματικά τρόποι ενσωμάτωσης, αλλά ενσωμάτωσης των κατώτερων στρωμάτων. Αυτοί οι κανόνες υπάρχουν για να δικαιολογούν την κατώτερη διαβάθμιση, να επιβάλλουν την κατώτερη διαβάθμιση, και κατά διαστροφικό τρόπο, να την κάνουν κάπως λιγότερο δυσσάρεστη σε αυτούς που ανήκουν σε αυτήν. Οι αντι-οικουμενικοί κανόνες παρουσιάζονται σαν κωδικοποιήσεις φυσικών, αιώνιων αληθειών, μη επιδεχόμενων κοινωνικής αλλαγής. Δεν παρουσιάζονται απλά σαν πολιτισμικές αλήθειες αλλά, ενδόμυχα ή και φανερά, σαν βιολογικά προσδιορισμένες αναγκαιότητες για την λειτουργία του ανθρώπινου είδους.

 

Γίνονται κανόνες για το κράτος, τον χώρο δουλειάς, τον δημόσιο χώρο. Αλλά επίσης γίνονται κανόνες μέσα απο τους οποίους τα νοικοκυριά πιέζονται να κοινωνικοποιούν τα μέλη τους, μια προσπάθεια που συνολικά έχει στεφθεί με επιτυχία. Δικαιολογούν την πόλωση του παγκόσμιου συστήματος. Εφόσον η πόλωση αυξάνεται μέσα στον χρόνο, ο ρατσισμός, ο σεξισμός και οι άλλες μορφές αντι-οικουμενισμού έχουν γίνει ακόμα πιο σημαντικές, έστω κι άν κι ο πολιτικός αγώνας εναντίον αυτών των μορφών αντι-οικουμενισμού, έχει επίσης γίνει πιό  κεντρικός για την λειτουργία του παγκόσμιου συστήματος.

 

Το τελικό συμπέρασμα είναι ότι το σύγχρονο παγκόσμιο σύστημα έχει δημιουργήσει, ως βασικό στοιχείο της δομής του, την ταυτόχρονη ύπαρξη, προπαγάνδιση και πρακτική καί του οικουμενισμού, καί του αντι-οικουμενισμού. Αυτή η αντινομική δυάδα, είναι τόσο θεμελιώδης για το σύστημα, όσο και ο πυρηνικός-περιφερειακός, κάθετος καταμερισμός εργασίας.

 

 

(Εδώ τελειώνει το κεφάλαιο (2ο) όπου ο Wallerstein περιγράφει το παγκόσμιο σύστημα και τον καπιταλισμό. Θα προσπαθήσουμε αργότερα να μεταφράσουμε και να αναρτήσουμε και το κεφάλαιο στο οποίο περιγράφει την δομική κρίση του καπιταλισμού, και τους λόγους για τους οποίους είναι αξεπέραστη απο το ίδιο το σύστημα.)

 

[///]

 

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 5

Το Παγκόσμιο Σύστημα σε Κρίση

Διακλάδωση, Χάος και Επιλογές

 

Έχουμε πεί πως τα ιστορικά συστήματα έχουν ζωές. Γεννιούνται σε κάποιο σημείο του χρόνου και του χώρου, για λόγους και με τρόπους που μπορούμε να αναλύσουμε. Εάν επιβιώσουν από τους πόνους της γέννας, επιδιώκουν την ιστορική τους ζωή μέσα στα πλαίσια και τους περιορισμούς της δομής που τα συγκροτεί, ακολουθώντας τους κυκλικούς ρυθμούς τους, παγιδευμένα μέσα στις αιωνόβιες τάσεις τους. Αυτές οι αιωνόβιες τάσεις αναπόφευκτα πλησιάζουν τα ασύμπτωτα [τα σημεία κορεσμού και μη παραπέρα επέκτασης –σημείωση ου μεταφραστή] που οξύνουν σημαντικά τις εσωτερικές αντιφάσεις του συστήματος: δηλαδή το σύστημα αντιμετωπίζει προβλήματα που δεν μπορεί πιά να επιλύσει, κι αυτό προκαλεί αυτό που θα ονομάζαμε συστημική κρίση. Πολύ συχνά οι άνθρωποι, χρησιμοποιούν τον όρο «κρίση» πολύ χαλαρά, εννοώντας απλά μια δύσκολη περίοδο στη ζωή οποιουδήποτε συστήματος. Αλλά οποτεδήποτε η δυσκολία μπορεί να επιλυθεί με κάποιο τρόπο, τότε δεν πρόκειται για πραγματική κρίση, αλλά για μιά απλή δυσκολία ενσωματωμένη στο σύστημα. Οι πραγματικές κρίσεις είναι αυτές οι δυσκολίες που δεν μπορούν να επιλυθούν [υπογράμμιση στο πρωτότυπο] μέσα στα πλαίσια του συστήματος, αλλά αντίθετα, μπορούν να ξεπεραστούν μόνο άν πάμε έξω και πέρα από το ιστορικό σύστημα του οποίου οι δυσκολίες αποτελούν βασικό μέρος. Για να χρησιμοποιήσουμε την τεχνική γλώσσα της φυσικής επιστήμης, αυτό που συμβαίνει είναι ότι το σύστημα διακλαδώνεται (bifurcates), δηλαδή βρίσκει ότι οι βασικές του εξισώσεις μπορούν να λυθούν με δύο ολότελα διαφορετικούς τρόπους. Μπορούμε να το μεταφράσουμε αυτό στην καθημερινή γλώσσα λέγοντας ότι το σύστημα βρίσκεται μπροστά σε δύο εναλλακτικές λύσεις για την κρίση του, με καί τις δύο να είναι εξίσου πιθανές. Στην πράξη, τα μέλη του συστήματος καλούνται συλλογικά να κάνουν μια ιστορική επιλογή, σχετικά με το ποιός απο τους εναλλακτικούς δρόμους θα ακολουθηθεί, δηλαδή τί είδους νέο σύστημα θα οικοδομηθεί.

 

Εφόσον το υπάρχον σύστημα δεν μπορεί πιά να λειτουργήσει μέσα στις καθορισμένες παραμέτρους του, η επιλογή για την διέξοδο και το μελλοντικό σύστημα (ή συστήματα) που θα οικοδομηθεί, είναι αναπόφευκτη. Αλλά το ποιά επιλογή θα κάνουν οι μετέχοντες στο σύστημα είναι ένας παράγοντας συμφυώς απρόβλεπτος.

Η διαδικασία της διακλάδωσης είναι χαοτική, που σημαίνει πως και μια μικρή δράση σε αυτή την περίοδο μπορεί να έχει σημαντικές συνέπειες. Παρατηρούμε ότι σε αυτές τις συνθήκες το σύστημα τείνει να ταλαντεύεται ευρέως. Τελικά όμως γέρνει προς την μιά κατεύθυνση. Συνήθως παίρνει αρκετό χρόνο πρίν γίνει η τελική επιλογή. Μπορούμε να αποκαλέσουμε αυτόν τον χρόνο, περίοδο μετάβασης, μια περίοδο που το αποτέλεσμά της είναι αβέβαιο. Σε κάποιο σημείο, όμως, υπάρχει σαφές αποτέλεσμα και τότε βρίσκουμε τους εαυτούς μας να περικλείεται από ένα νέο ιστορικό σύστημα.

 

Το σύγχρονο παγκόσμιο σύστημα μέσα στο οποίο ζούμε, και είναι αυτό της παγκόσμιας καπιταλιστικής οικονομίας, βρίσκεται αυτή την στιγμή σε μιά τέτοια κρίση και είναι σε κρίση εδώ και καιρό. Αυτή η κρίση μπορεί να διαρκέσει άλλα εικοσιπέντε με πενήντα χρόνια. Εφόσον ένα απο τα βασικά χαρακτηριστικά της μεταβατικής περιόδου είναι ότι αντιμετωπίζουμε άγριες ταλαντώσεις όλων αυτών των δομών και διαδικασιών που μάθαμε να αναγνωρίζουμε ως συναφή μέρη του υπάρχοντος συστήματος, βλέπουμε οτι οι βραχυπρόθεσμες προβλέψεις μας είναι υποχρεωτικά πολύ ασταθείς. Αυτή η αστάθεια μπορεί να οδηγήσει σε εξαιρετικό άγχος και συνεπώς βία, καθώς οι άνθρωποι μάχονται να διατηρήσουν αποκτημένα προνόμια και ιεραρχική διαβάθμιση σε πολύ ασταθές περιβάλλον. Γενικά, αυτή η διαδικασία μπορεί να οδηγεί σε κοινωνικές συγκρούσεις που παίρνουν πολύ δυσάρεστες μορφές.

 

Πότε ξεκίνησε αυτή η κρίση; Οι γεννέσεις των φαινομένων είναι πάντα το πιό αμφισβητήσιμο θέμα στις επιστημονικές συζητήσεις. Γιατί πάντα κάποιος μπορεί να ανακαλύψει προπάτορες και προαναγγελίες σε σχεδόν οτιδήποτε στο κοντινό παρελθόν, ή ακόμη και στο μακρινό. Μια πιθανή στιγμή από όπου θα μπορούσαμε να ξεκινήσουμε την ιστορία της παρούσας κρίσης είναι η παγκόσμια επανάσταση του 1968 που ταρακούνησε τις δομές του συστήματος σε σημαντικό βαθμό. Αυτή η παγκόσμια επανάσταση σηματοδότησε το τέλος μιας μακράς περιόδου φιλελεύθερης υπεροχής, αποσταθεροποιώντας έτσι την γεω-κουλτούρα που κράταγε τους πολιτικούς θεσμούς του παγκόσμιου συστήματος ανέπαφους. Και αποσταθεροποιώντας την γεω-κουλτούρα κλόνισε τα στηρίγματα της παγκόσμιας καπιταλιστικής οικονομίας και την εξέθεσε στα πολιτικά και πολιτισμικά κύματα απο τα οποία ως τότε, παρόλο που την επηρέαζαν, ήταν κατα κάποιο τρόπο αρκετά προστατευμένη.

 

Το σόκ του 1968, στο οποίο θα επιστρέψουμε, δεν είναι, ωστόσο, αρκετό, για να εξηγήσει μια κρίση στο σύστημα. Θα πρέπει να είχαν υπάρξει μακρόβιες δομικές τάσεις που άρχιζαν να προσεγγίζουν τα ασύμπτωτά τους, και συνεπώς έκαναν αδύνατη την διέξοδο από τις επαναλαμβανόμενες δυσκολίες με τις οποίες φορτώνεται ένα σύστημα εξαιτίας των κυκλικών ρυθμών του. Μόνο όταν συλλάβουμε ποιές είναι ακριβώς αυτές οι τάσεις και γιατί οι επαναλαμβανόμενες δυσκολίες δεν μπορούσαν πιά να επιλυθούν, θα κατανοήσουμε γιατί και πώς το σόκ του 1968 επιτάχυνε την απορρύθμιση της γεωκουλτούρας που συγκρατούσε σε συνοχή το σύστημα.

 

Κατά την ασταμάτητη επιδίωξη συσσώρευσης, οι καπιταλιστές ψάχνουν συνεχώς τρόπους να αυξήσουν τις τιμές πώλησης των προϊόντων τους και να μειώσουν τα κόστη παραγωγής. Οι παραγωγοί ωστόσο δεν μπορούν να ανεβάσουν τις τιμές αυθαίρετα, απλά σε οποιοδήποτε επίπεδο θελήσουν. Περιορίζονται από δυό παράγοντες. Ο πρώτος είναι η ύπαρξη ανταγωνιστών πωλητών. Αυτή είναι η αιτία γιατί η δημιουργία ολιγοπωλίων είναι τόσο σημαντική, γιατί μειώνουν τον αριθμό των άλλων πωλητών. Ο δεύτερος είναι το επίπεδο της ενεργούς ζήτησης –πόσα χρήματα έχουν οι αγοραστές στο σύνολο- και οι επιλογές που κάνουν οι καταναλωτές λόγω του περιορισμού της αγοραστικής τους δύναμης.

 

Το επίπεδο της ενεργούς ζήτησης επηρρεάζεται κυρίως από την παγκόσμια διανομή εισοδήματος. Προφανώς όσο περισσότερα χρήματα έχει ένας ή μιά αγοραστής, τόσο περισσότερα προϊόντα μπορεί να αγοράσει. Αυτό το απλό γεγονός δημιουργεί ένα συμφυές και συνεχές δίλημμα για τους καπιταλιστές. Από την μιά πλευρά θέλουν όσο πιό πολύ κέρδος είναι δυνατόν, και γι αυτό θέλουν να ελαχιστοποιήσουν το ποσό υπεραξίας που πάει σε οποιονδήποτε άλλον, για παράδειγμα στους υπαλλήλους τους. Από την άλλη πλευρά, κάποιοι τουλάχιστον καπιταλιστές πρέπει να επιτρέψουν κάποια αναδιανομή της δημιουργημένης υπεραξίας, αλλιώς θα απέμεναν πολλοί λίγοι αγοραστές συνολικά για τα προϊόντα. Έτσι, μεσοπρόθεσμα τουλάχιστον, κάποιοι παραγωγοί υποστηρίζουν αυξημένες αποδοχές για τους υπαλλήλους για να δημιουργηθεί υψηλότερη ενεργή ζήτηση.

 

Δεδομένου του επιπέδου της ενεργούς ζήτησης σε έναν ορισμένο χρόνο, οι επιλογές που κάνουν οι καταναλωτές καθορίζονται από αυτό που οι οικονομολόγοι αποκαλούν, ελαστικότητα της ζήτησης. Αυτή αναφέρεται στην αξία που ο κάθε ή η κάθε αγοραστής τοποθετεί στην εναλλακτική χρήση των χρημάτων του/της. Οι αγορές ποικίλουν στα μάτια του αγοραστή, από τις απολύτως απαραίτητες ως τις απολύτως προεαιρετικές. Αυτές οι διαβαθμίσεις αξίας είναι το αποτέλεσμα αλληλεπιδράσεων μεταξύ ατομικών ψυχολογιών, πιέσεων της κουλτούρας και φυσιολογικών αναγκών. Οι πωλητές μπορούν να έχουν μόνο περιορισμένη επίδραση στην ελαστικότητα της ζήτησης, παρόλο που το μάρκετινγκ (υπό την ευρεία έννοια) έχει σχεδιαστεί ακριβώς για να εππηρεάζει τις επιλογές του καταναλωτή.

 

Η καθαρή συνέπεια για τον πωλητή είναι, οτι ο πωλητής δεν μπορεί ποτέ να ανεβάσει την τιμή σε ένα επίπεδο όπου (α) ο ανταγωνιστής μπορεί να πουλάει φτηνότερα, (β) οι αγοραστές δεν έχουν λεφτά να αγοράσουν το προϊόν, (γ) οι αγοραστές δεν είναι έτοιμοι να δώσουν αυτό το ποσοστό από τα χρήματά τους για να αγοράσουν το προϊόν. Δεδομένου του ταβανιού στο επίπεδο των τιμών πώλησης, οι παραγωγοί συνήθως ξοδεύουν την περισσότερη ενέργειά τους, κατά την προσπάθεια για συσσώρευση κεφαλαίου, στο να βρίσκουν τρόπους να μειώνουν τα κόστη παραγωγής, κάτι που συχνά βαφτίζεται ως αποδοτικότητα της παραγωγής (efficiency of production). Για να κατανοήσουμε τί συμβαίνει στο σύγχρονο παγκόσμιο σύστημα, πρέπει να δούμε τους λόγους για τους οποίους τα κόστη παραγωγής συνεχώς ανεβαίνουν μέσα στο χρόνο, παρόλες τις προσπάθειες των παραγωγών για το αντίθετο, κι έτσι συνεχώς μειώνεται η διαφορά ανάμεσα στο κόστος παραγωγής και στις πιθανές τιμές πώλησης. Με άλλα λόγια, χρειάζεται να κατανοήσουμε γιατί υπάρχει μια όλο και αυξανόμενη συμπίεση στό μέσο παγκόσμιο ποσοστό κέρδους.

 

Υπάρχουν τρία βασικά κόστη παραγωγής για κάθε παραγωγό. Ο παραγωγός πρέπει να πληρώσει το προσωπικό που εργάζεται στην επιχείρηση. Ο παραγωγός πρέπει να αγοράσει τις εισροές της διαδικασίας παραγωγής (πρώτες ύλες, μηχανές, εργαλεία κλπ.). Και ο παραγωγός πρέπει να πληρώσει τους φόρους σε οποιαδήποτε κυβέρνηση ή κυβερνητικές δομές, που έχουν την δικαιοδοσία να επιβάλουν φόρους στην συγκεκριμένη διαδικασία παραγωγής. Χρειάζεται να εξετάσουμε κάθε ένα από αυτά τα τρία κόστη στη σειρά, και ξεχωριστά το καθένα, για να δούμε γιατί το κάθε ένα αυξάνει σταθερά στην μακρά διάρκεια της καπιταλιστικής παγκόσμιας οικονομίας.

 

[///]

 

Πώς ένας εργοδότης αποφασίζει πόσο θα πληρώσει έναν υπάλληλο; Μπορεί να υπάρχουν νόμοι που ορίζουν κατώτατο επίπεδο. Υπάρχουν φυσικά παραδοσιακοί μισθοί σε κάθε δοσμένο τόπο και χρόνο, παρόλο που αυτοί υπόκεινται σε συνεχή αναθεώρηση. Βασικά, ο εργοδότης θα ήθελε πάντα να δίνει ένα νούμερο μικρότερο από εκείνο που ο υπάλληλος θα ήθελε να πάρει. Παραγωγός και εργάτης συνεχώς βρίσκονται σε διαπραγμάτευση πάνω σε αυτό, παλεύουν πάνω στο ζήτημα της πληρωμής συνεχώς, ξανά και ξανά. Το αποτέλεσμα κάθε διαπραγμάτευσης ή πάλης εξαρτάται από την δύναμη της κάθε πλευράς- οικονομικής, πολιτικής και πολιτισμικής.

 

Οι εργαζόμενοι μπορεί να δυναμώσουν στα παζάρια γιατί οι ικανότητές τους είναι σπάνιες. Υπάρχει πάντα ένα στοιχείο προσφοράς-ζήτησης στον καθορισμό του επιπέδου των μισθών. Ή οι εργαζόμενοι μπορεί να δυναμώσουν γιατί οργανώνονται μεταξύ τους και δρούν σαν συνδικάτο. Αυτό ισχύει όχι μόνο για τους εργάτες της παραγωγής (ειδικευμένους τεχνίτες και ανειδίκευτους εργάτες) αλλά επίσης και για το διευθυντικό προσωπικό (διευθυντές και μεσαία στελέχη). Αυτό είναι ένα μέρος του ζητήματος της οικονομικής δύναμης, εσωτερικό σε κάθε παραγωγική επιχείρηση. Υπάρχει όμως κι ένα εξωτερικό μέρος. Η συνολική κατάσταση της οικονομίας, τοπικά και παγκόσμια, καθορίζει το επίπεδο της ανεργίας και συνεπώς, το πόσο κάθε πλευρά κάθε παραγωγικής μονάδας επείγεται για μια μισθολογική συμφωνία.

 

Η πολιτική δύναμη προέρχεται από τον συνδυασμό του πολιτικού μηχανισμού και διεργασιών στην κρατική δομή με την ισχύ του συνδικαλισμού των εργατών, και με τον βαθμό στον οποίο οι εργοδότες χρειάζονται την στήριξη των διευθυντών και των μεσαίων στελεχών για να κρατήσουν χαμηλά τις διεκδικήσεις των απλών εργαζομένων. Αυτό τέλος που εννοούμε με την πολιτιστική δύναμη –τα ήθη της τοπικής και εθνικής κοινότητας- είναι συνήθως αποτέλεσμα προηγούμενων πολιτικών διεργασιών δύναμης.

 

Γενικά, σε οποιαδήποτε περιοχή της παραγωγής η συνδικαλιστική δύναμη των εργατών τείνει να αυξάνεται με τον χρόνο, λόγω της αυξημένης οργάνωσης και εκπαίδευσης. Καταπιεστικά μέτρα μπορεί να παίρνονται, για να περιορίσουν την αποτελεσματικότητα τέτοιων οργανισμών, αλλά υπάρχει κόστος και γι αυτά –πιθανά πιό πολλοί φόροι στο κράτος για να συντηρεί στρατό, αστυνομία, πιθανά υψηλότεροι μισθοί στα στελέχη, πιθανά πρόσληψη και πληρωμή σε κατασταλτικό προσωπικό. Εάν κάποιος κοιτάξει στις πιό επικερδείς περιοχές της παραγωγής –τις ολιγοπωλιακές εταιρίες στους πρωτοπόρους τομείς- υπάρχει ακόμα ένας παράγοντας που παίζει σημαντικό ρόλο, συγκεκριμένα ότι αυτές οι εταιρίες δεν θέλουν να χάνουν χρόνο παραγωγής λόγω της δυσαρέσκειας των εργαζομένων. Σαν αποτέλεσμα αυτού, τα μισθολογικά κόστη σε αυτές τις εταιρίες τείνουν να αυξάνονται όσο προχωρεί ο χρόνος, αλλά αργά ή γρήγορα οι ίδιες παραγωγικές μονάδες θα αντιμετωπίσουν αυξημένο ανταγωνισμό, και συνεπώς θα αναγκαστούν να περιορίσουν την αύξηση των τιμών, με αποτέλεσμα μικρότερα ποσοστά κερδών.

 

Υπάρχει μόνο ένα ουσιαστικό αντίμετρο στην συνεχή υφέρπουσα αύξηση για τα κόστη των μισθών: –τα μεταφερόμενα στο εξωτερικό εργοστάσια. Μετακινώντας την παραγωγή σε μέρη που τα κόστη παραγωγής είναι πολύ χαμηλότερα, ο εργοδότης όχι μόνο κερδίζει χαμηλότερα κόστη για τα μεροκάματα, αλλά κερδίζει και πολιτική δύναμη στην ζώνη από την οποία απομάκρυνε εν μέρει την επιχείρησή του, αφού οι υπάρχοντες υπάλληλοι, μπορεί να δεχτούν χαμηλότερες αποδοχές για να εμποδίσουν παραπέρα θέσεις εργασίας από το να «πετάξουν» στο εξωτερικό. Σίγουρα υπάρχουν και αρνητικά για τον εργοδότη σε αυτήν την κίνηση. Αν δεν υπήρχαν, η μεταφορά της μονάδας παραγωγής θα γινόταν πολύ γρηγορότερα. Είναι το κόστος της μεταφοράς. Και σ’ αυτές τις άλλες ζώνες, τα κόστη συναλλαγών είναι συνήθως υψηλότερα –λόγω της αυξημένης απόστασης από τους πελάτες, της έλλειψης υποδομών και των υψηλότερων εξόδων «διαφθοράς» -δηλαδή των ανεπίσημων αμοιβών σε μή εργαζόμενους.

 

Το παιχνίδι της παλάντζας μεταξύ του κόστους των μισθών και του κόστους των συναλλαγών παίζεται από τον καπιταλιστή με κυκλικό τρόπο. Τό κόστος συναλλαγών τείνει να είναι η πρωταρχική μέριμνα σε καιρούς οικονομικής επέκτασης (φάσεις Α του κύκλου του Kondratieff), ενώ το κόστος των μισθών είναι το κύριο ζήτημα σε καιρούς οικονομικής στασιμότητας (φάσεις Β). Ωστόσο κάποιος πρέπει να αναρωτηθεί γιατί υπάρχουν ζώνες μικρότερων μισθών έτσι κι αλλιώς. Η αιτία έχει να κάνει με το μέγεθος του μή-αστικού πληθυσμού σε μιά χώρα ή μιά περιοχή. Όπου ο μή αστικός πληθυσμός είναι μεγάλος, υπάρχουν μεγάλοι θύλακες προσώπων που είναι είτε μερικώς, είτε γενικώς εκτός μισθωτής οικονομίας. Ή, η αλλαγή στην χρήση της γής σε αγροτικές περιοχές, σπρώχνει πολλούς ανθρώπους να τις εγκαταλείψουν. Γι αυτούς τους ανθρώπους, η ευκαιρία μισθωτής απασχόλησης σε αστικές περιοχές συνήθως αντιπροσωπεύει μια αξιόλογη αύξηση στο συνολικό εισόδημα του νοικοκυριού στο οποίο ανήκουν, ακόμα κι άν οι μισθοί είναι σημαντικά χαμηλότεροι από το παγκόσμιο μέσο επίπεδο. Έτσι, αρχικά τουλάχιστον, η είσοδος αυτών των ανθρώπων στην τοπική μισθωτή δύναμη, είναι προς όφελός όλων –χαμηλότερο κόστος μισθών για τον εργοδότη, υψηλότερο εισόδημα για τους εργαζόμενους. Οι μισθοί εκεί είναι χαμηλότεροι, όχι μόνον για τους ανειδίκευτους εργάτες, αλλά και για τα στελέχη επίσης. Οι περιφερειακές ζώνες συνήθως είναι φτηνές και λιγότερο πολυτελείς ζώνες, και οι μισθοί των στελεχών είναι αντίστοιχα χαμηλότεροι από αυτούς των ζωνών του πυρήνα.

 

Το πρόβλημα είναι ότι η πολιτική δύναμη των εργοδοτών και των εργαζόμενων δεν καθορίζεται άπαξ και διά παντός. Εξελίσσεται. Αν αρχικά οι νεο-αστικοποιημένοι εργαζόμενοι έχουν δυσκολία να προσαρμοστούν στην ζωή της πόλης, κι αγνοούν την πιθανή πολιτική τους δύναμη, αυτή η κατάσταση άγνοιας δεν κρατάει για πάντα. Σίγουρα, μέσα σε εικοσιπέντε χρόνια οι μισθωτοί ή οι απόγονοί τους, προσαρμόζονται στις πραγματικότητες της νέας κατάστασης, και γίνονται γνώστες των χαμηλών μισθών τους σε σχέση με τον παγκόσμιο μέσο όρο. Η αντίδραση είναι να αρχίσουν να εμπλέκονται σε συνδικαλιστική δράση. Ο εργοδότης τότε, επανανακαλύπτει τις συνθήκες από τις οποίες ήθελε να αποδράσει αρχικά, μεταφέροντας την επιχειρηματική του λειτουργία από την πυρηνική στην περιφερειακή ζώνη. Ουσιαστικά, σε μιά μελλοντική οικονομική ύφεση, ο παραγωγός μπορεί να δοκιμάσει ξανά την τακτική του «εργοστασίου-φυγά».

 

Μέσα στον χρόνο, όμως, ο αριθμός των ζωνών της παγκόσμιας καπιταλιστικής οικονομίας, στις οποίες μπορεί να εφαρμοστεί αυτή η συγκεκριμένη λύση για τα αυξανόμενα κόστη μισθών, όλο και μειώνεται. Ο κόσμος συνεχώς απο-αγροποιείται, κατά μεγάλο ποσοστό, ακριβώς εξαιτίας αυτής της μορφής περιορισμού στα κόστη μισθών μέσω της επανεγκατάστασης των διαδικασιών παραγωγής. Στο δεύτερο μισό του 20ου αιώνα υπήρξε ριζική μείωση του παγκόσμιου πληθυσμού που ζεί σε αγροτικές περιοχές. Και στο πρώτο μισό του 21ου αιώνα οι εναπομείναντες σοβαροί θύλακες συγκέντρωσης αγροτικού πληθυσμού απειλούνται με εξαφάνιση. Όταν δεν θα υπάρχουν πιά απομακρυσμένες ζώνες, όπου τα εργοστάσια θα μπορούν να επανεγκαθίστανται, δεν θα υπάρχει και τρόπος για σημαντική μείωση των μισθών των εργατών σε παγκόσμιο επίπεδο.

 

Η σταθερή αύξηση τού επιπέδου των μισθών, δεν είναι το μόνο πρόβλημα που αντιμετωπίζουν οι παραγωγοί. Το δεύτερο είναι το κόστος των εισροών. Στις εισροές συμπεριλαμβάνω καί τις μηχανές, καί τις πρώτες ύλες (είτε είναι ακατέργαστες ύλες, είτε ημιτελή προϊόντα, είτε τελειωμένα προϊόντα υπό συναρμολόγηση). Ο παραγωγός καπιταλιστής τα αγοράζει αυτά, φυσικά, στην αγορά, και πλήρώνει αυτό που πρέπει να πληρώσει. Αλλά υπάρχουν τρία κρυμμένα κόστη για τα οποία οι παραγωγοί συνήθως δεν είναι απαραίτητο να πληρώνουν. Αυτά είναι τα κόστη των βιομηχανικών αποβλήτων (ειδικά των τοξικών), τα κόστη της ανανέωσης των πρώτων υλών, κι αυτά που γενικά αποκαλούμε κόστη υποδομών. Οι τρόποι αποφυγής αυτών των εξόδων είναι πολλαπλοί, και το να μήν πληρώνουν αυτά τα κόστη ήταν για τους καπιταλιστές πάντα βασικό στοιχείο για να κρατούν χαμηλά το συνολικό κόστος εισροών.

 

Ο πρωταρχικός τρόπος ελαχιστοποίησης του κόστους των αποβλήτων είναι το ξεφόρτωμα (dumping), δηλαδή το πέταμα των αποβλήτων σε έναν δημόσιο χώρο με στοιχειώδη, ή καθόλου διαχείρηση. Όταν αυτά είναι τοξικά υλικά, το αποτέλεσμα, επιπρόσθετα με την δημιουργία σκουπιδοτόπων, είναι βλαβερές συνέπειες για την οικόσφαιρα. Σε κάποιο σημείο οι σκουπιδότοποι και οι καταστροφικές συνέπειες στο περιβάλλον γίνονται αντιληπτά ως κοινωνικά προβλήματα, και η συλλογική κοινότητα καλείται να τα αντιμετωπίσει. Όμως τα σκουπίδια και οι τοξικές συνέπειες συμπεριφέρονται κατά κάποιο τρόπο όπως οι αγροτικές περιοχές γύρω τους. Ένας παραγωγός μπορεί να μετακινείται συνεχώς σε μια νέα περιοχή, εξαφανίζοντας προσωρινά το πρόβλημα, μέχρι όλες οι «παρθένες» περιοχές να εξαφανιστούν. Παγκόσμια, αυτό είναι που πράγματι έχει συμβεί με την παγκόσμια καπιταλιστική οικονομία. Είναι μόνο στο δεύτερο μισό του εικοστού αιώνα που η πιθανή εξάντληση των περιοχών που πετιούνται τα απόβλητα άρχισε να γίνεται αντιληπτό σαν κοινωνικό πρόβλημα.

 

Το πρόβλημα της ανανέωσης των πρώτων υλών είναι ένα παράλληλο πρόβλημα. Ο αγοραστής των πρώτων υλών δεν ενδιαφέρεται συνήθως για την μακροπρόθεσμη διαθεσιμότητά τους. Και οι πωλητές είναι παγκοσμίως γνωστό ότι θυσιάζουν την μακροχρόνια βιωσιμότητα στο βραχυχρόνιο κέρδος. Μέσα σε πεντακόσια χρόνια καπιταλισμού, αυτό έχει οδηγήσει στην εξάντληση πρώτων υλών και στην συνεπαγόμενη αύξηση των τιμών για την απόκτησή τους. Αυτή η τάση έχει μόνο περιορισμένα αντισταθμιστεί απο τεχνολογικές καινοτομίες για την χρήση εναλλακτικών πηγών.

 

Οι δυό εξαντλήσεις –των χώρων για τα απόβλητα, και των φυσικών πηγών-έχουν γίνει το θέμα ενός βασικού κοινωνικού κινήματος των περιβαλλοντιστών και των Πράσινων, τις τελευταίες δεκαετίες, οι οποίοι πιέζουν για κυβερνητικές παρεμβάσεις που να ικανοποιούν συλλογικές ανάγκες. Για να ικανοποιηθούν όμως αυτές οι ανάγκες, χρειάζονται χρήματα, πολλά χρήματα. Ποιός θα πληρώσει; Υπάρχουν δυό μόνο πραγματικές πιθανότητες- είτε η κοινότητα συλλογικά μέσω της φορολογίας, είτε οι ίδιοι οι παραγωγοί που χρησιμοποιούν τις πρώτες ύλες. Στο βαθμό που ζητιέται από τους παραγωγούς να πληρώσουν γι αυτά –οι οικονομολόγοι το αποκαλούν αυτό, εσωτερίκευση του κόστους- τα έξοδα της παραγωγής αυξάνονται για τους ατομικούς καπιταλιστές.

 

Τελικά, υπάρχει το ζήτημα των υποδομών, ένας όρος που αναφέρεται σε όλους αυτούς τους φυσικούς θεσμούς έξω από την μονάδα παραγωγής, που συνιστούν ένα απαραίτητο στοιχείο της διαδικασίας παραγωγής και διανομής –δρόμοι, μεταφορές, επικοινωνίες, ασφάλεια, νερό, ηλεκτρικό. Αυτά όλα είναι ακριβά, και γίνονται όλο και ακριβότερα. Ακόμα μια φορά: Ποιός πληρώνει το λογαριασμό; Είτε η κοινότητα που σημαίνει φορολογία, είτε οι ατομικοί επιχειρηματίες που σημαίνει αυξημένα λειτουργικά κόστη. Πρέπει να σημειωθεί ότι όταν οι υποδομές ιδιωτικοποιούνται, οι ατομικές εταιρίες πληρώνουν το λογαριασμό (ακόμα κι άν άλλες εταιρίες που εξαγοράζουν τις κοινωφελείς επιχειρήσεις επωφελούνται, ακόμα κι άν τα ιδιωτικά νοικοκυριά επίσης πληρώνουν παραπάνω).

 

Η πίεση για την εσωτερίκευση του κόστους αντιπροσωπεύει για τις παραγωγικές εταιρίες σημαντική αύξηση του κόστους παραγωγής, η οποία με το χρόνο έχει ανατρέψει και αντισταθμίσει σημαντικά την όποια μείωση κόστους είχε προσφέρει η βελτιωμένη τεχνολογία. Κι αυτή η εσωτερίκευση του κόστους δεν περιλαμβάνει το αυξανόμενο πρόβλημα που αυτές οι εταιρίες αντιμετωπίζουν με τα πρόστιμα που τους επιβάλλονται από δικαστήρια, εκτελεστικά σώματα και άλλους οργανισμούς για παραβάσεις ή παραλείψεις τους, που προκάλεσαν καταστροφές στο παρελθόν.

 

[///]

 

Το τρίτο κόστος που αυξάνεται σταθερά με τον χρόνο είναι η φορολογία. Οι φόροι είναι βασικό στοιχείο της κοινωνικής οργάνωσης. Υπήρχαν και θα υπάρχουν πάντα φόροι της μιάς μορφής ή της άλλης. Αλλά το ποιός και πόσο πληρώνει, είναι αντικείμενο ασταμάτητης πολιτικής πάλης. Στο σύγχρονο παγκόσμιο σύστημα υπάρχουν δυό βασικοί λόγοι για φορολογία. Ο ένας είναι για να τροφοδοτούνται οι κρατικές δομές με τα μέσα για την παροχή υπηρεσιών ασφαλείας (στρατός και αστυνομία), για την κατασκευή υποδομών και την συντήρηση της γραφειοκρατίας που θα παρέχει δημόσιες υπηρεσίες και θα συλλέξει τους φόρους. Αυτά τα κόστη δεν μπορούν να αποφευχθούν, παρόλο που υπάρχουν, προφανώς, μεγάλες και ισχυρές διαφορές στις απόψεις για το τι και πώς πρέπει να ξοδευτεί.

 

Υπάρχει όμως και ένας δεύτερος λόγος για φορολογία, που είναι πιό πρόσφατος (αναδύθηκε μόνο τον τελευταίο αιώνα κατά βάση). Αυτός ο δεύτερος λόγος είναι η συνέπεια του πολιτικού εκδημοκρατισμού, που οδήγησε τους πολίτες να απαιτούν από τα κράτη την παροχή τριών βασικών αγαθών, τα οποία κατέληξαν να θεωρούνται ως βασικά δικαιώματα: εκπαίδευση, υγεία και εξασφάλιση δια βίου εισοδήματος. Όταν αυτά τα ευεργετήματα αποδόθηκαν αρχικά, κατά τον δέκατο ένατο αιώνα, οι δημόσιες δαπάνες ήταν σχετικά μικρές, και υπήρχαν ουσιαστικά σε λίγα μόνο κράτη. Σε όλο τον εικοστό αιώνα, ο ορισμός αυτών που τα κράτη έπρεπε να παρέχουν, κι ο αριθμός των κρατών που παρείχαν κάτι αυξήθηκε σταθερά σε όλους τους τομείς. Φαίνεται μάλλον απίθανο σήμερα να πιεστούν οι δαπάνες πίσω, προς τα εκεί απόπου ξεκίνησαν.

 

Σαν αποτέλεσμα του αυξανόμενου κόστους (όχι μόνο σε απόλυτους αριθμούς, αλλά και σαν ποσοστό της παγκόσμιας υπεραξίας) για την παροχή ασφάλειας, υποδομών, και την παροχή επιδομάτων σε υγεία, εκπαίδευση και εγγυήσεις κοινωνικής ασφάλισης, η φορολογία σαν ποσοστό του συνολικού κόστους έχει σταθερά αυξηθεί για τις παραγωγικές επιχειρήσεις παντού, και θα συνεχίσει να αυξάνει.

 

Έτσι λοιπόν φαίνεται ότι τα τρία βασικά κόστη παραγωγής, -μισθός, εισροές και φορολογία- έχουν σταθερά αυξηθεί στα τελευταία πεντακόσια χρόνια, και ειδικότερα στα τελευταία πενήντα. Από την άλλη πλευρά οι τιμές πώλησης δεν έχουν ακολουθήσει αυτήν την αύξηση, παρόλη την αύξηση της ενεργούς ζήτησης, λόγω της συνεχούς αύξησης στον αριθμό των παραγωγών, κι ως εκ τούτου, την αδυναμία τους να διατηρήσουν ολιγοπωλιακές καταστάσεις. Αυτό είναι ό,τι κανείς ονομάζει, συμπίεση των κερδών. Φυσικά, οι παραγωγοί αγωνίζονται να ανατρέψουν αυτές τις συνθήκες συνεχώς, κι αυτό κάνουν και τώρα. Για να εκτιμήσουμε τα όριά τους στο να το κάνουν αυτό, πρέπει για λίγο να γυρίσουμε στο πολιτισμικό σόκ του 1968.

 

Η παγκόσμια οικονομία στα χρόνια μετά το 1945 είδε την μεγαλύτερη επέκταση των παραγωγικών δομών στην ιστορία του σύγχρονου παγκόσμιου συστήματος. Όλες οι δομικές τάσεις για τις οποίες μιλήσαμε –κόστη μισθών, κόστη εισροών και φορολογία- πήραν μια απότομη ανοδική καμπύλη, σαν αποτέλεσμα της επέκτασης. Την ίδια περίοδο τα αντισυστημικά κινήματα, για τα οποία μιλήσαμε πιο πριν, έκαναν τεράστια πρόοδο με το να υλοποιήσουν τον άμεσο στόχο τους –να έρθουν στην εξουσία σε κρατικές δομές. Σε όλα τα μέρη του κόσμου, αυτά τα κινήματα φαινόταν να επιτυγχάνουν το πρώτο βήμα του προγράμματος των δύο βημάτων [σε προηγούμενα κεφάλαια ο Wallerstein είχε μιλήσει για τα αντικαπιταλιστικά κινήματα του εικοστού αιώνα, και την λογική των δύο σταδίων: την κατάληψη της εξουσίας σαν πρώτο βήμα, και την εγκαθίδρυση μιας μη-καπιαταλιστικής, εξισωτικής οικονομίας το δεύτερο.-Σημείωση του μεταφραστή]. Σε μιά τεράστια περιοχή του βορρά, (από τον ποταμό Έλβα ως τον ποταμό Για-λού) κυβερνούσαν κομμουνιστικά κόμματα. Στον πανευρωπαϊκό κόσμο (δυτική Ευρώπη, Βόρεια Αμερική και Αυστραλία), σοσιαλδημοκρατικά κόμματα ήταν στην εξουσία, ή τουλάχιστον είχαν τεράστια δύναμη. Στο υπόλοιπο της Ασίας και της Αφρικής, εθνικο-απελευθερωτικά κινήματα είχαν ανέβει στην εξουσία. Και στην Λατινική Αμερική εθνικο-λαϊκά κινήματα έπαιρναν τον έλεγχο.

 

Τα χρόνια μετά το 1945 έτσι έγιναν μια περίοδος μεγάλης αισιοδοξίας. Το οικονομικό μέλλον φαινόταν λαμπρό, και τα λαϊκά κινήματα όλων των ειδών φαινόταν να φτάνουν κοντά στην επίτευξη των στόχων τους. Και στο Βιετνάμ, μια μικρή χώρα που αγωνιζόταν για ανεξαρτησία, φαινόταν να αντιστέκεται αποτελεσματικά σε μια ηγεμονική δύναμη σαν τις ΗΠΑ. Το σύγχρονο παγκόσμιο σύστημα ποτέ δεν φαινόταν τόσο καλό σε τόσο πολλούς ανθρώπους, ένα συναίσθημα που προκαλούσε ανάταση κι επιτάχυνση, από την άλλη όμως είχε και μια επίδραση αρκετά σταθεροποιητική.

 

Παρόλα αυτά, υπήρχε και μια υφέρπουσα και όλο και αυξανόμενη απομυθοποίηση με τα λαϊκά κινήματα που ήταν στην εξουσία. Το δεύτερο βήμα της συνταγής των δύο σταδίων για την αλλαγή του κόσμου, έμοιαζε στην πραγματικότητα πολύ πιό μακρυνό από ότι οι περισσότεροι θα περίμεναν. Παρόλη την συνολική οικονομική ανάπτυξη, το χάσμα μεταξύ κέντρου και περιφέρειας είχε γίνει μεγαλύτερο από ποτέ. Και παρόλη την κατάληψη της εξουσίας από αντισυστημικά κινήματα, η τεράστια συμμετοχική έξαψη κατά την περίοδο της κινητοποίησης και εξέγερσης, φαινόταν να πεθαίνει μόλις τα κινήματα διασφάλιζαν την κρατική εξουσία. Νέα προνομιούχα στρώματα αναδύονταν. Στους απλούς ανθρώπους τώρα, ζητούσαν να μην εγείρουν ριζοσπαστικές απαιτήσεις σε κυβερνήσεις που υποτίθεται ότι τους αντιπροσώπευαν. Όταν το μέλλον έγινε παρόν, πολλοί από τους προηγουμένως παθιασμένους ακτιβιστές των κινημάτων άρχισαν να αμφιβάλλουν και στην ουσία να περνούν στους διαφωνούντες.

 

Ήταν ο συνδυασμός του μακροχρόνιου θυμού για τα αποτελέσματα του παγόσμιου συστήματος με την απογοήτευση από την ικανότητα των αντισυστημικών κινημάτων να αλλάξουν τον κόσμο, που οδήγησε στην παγκόσμια επανάσταση του 1968. Οι εκρήξεις του 1968 περιείχαν δυό βασικά θέματα που επαναλαμβάνονταν παντού, ανεξάρτητα από το τοπικό πλαίσιο. Το πρώτο ήταν η απόρριψη της ηγεμονικής δύναμης των ΗΠΑ, μαζί με την αιτίαση οτι η Σοβιετική Ένωση, ο υποτιθέμενος αντίπαλος των ΗΠΑ, στην ουσία συνεργαζόταν στην παγκόσμια τάξη που είχαν εγκαθιδρύσει οι ΗΠΑ. Και το δεύτερο ήταν πως οι παραδοσιακές αντισυστημικές δυνάμεις, δεν είχαν εκπληρώσει τις υποσχέσεις τους όταν βρέθηκαν στην εξουσία. Ο συνδυασμός αυτών των θεμάτων που επαναλαμβάνονταν όλο και πιό πλατιά, συνιστούσε έναν πολιτισμικό σεισμό. Οι πολλές εξεγέρσεις ήταν σαν τον φοίνικα και δεν ανέβασαν τους επαναστάτες του 1968 στην εξουσία, ή τουλάχιστον όχι για μεγάλο διάστημα. Όμως νομιμοποίησαν και ισχυροποίησαν την απομυθοποίηση όχι μόνο των παλιών αντισυστημικών κινημάτων αλλά και των κρατικών δομών που τελικά αυτά τα κινήματα είχαν ενισχύσει. Οι μακροχρόνιες βεβαιότητες της επαναστατικής ελπίδας είχαν μετασχηματιστεί σε φόβους μήπως τελικά το παγκόσμιο σύστημα ήταν μή-ανατρέψιμο.

 

Αυτή η μεταστροφή στο παγκόσμιο συναίσθημα, αντί να ενισχύσει το στάτους κβό, στην πραγματικότητα άρχισε να κλονίζει τα πολιτικά και πολιτισμικά στηρίγματα της καπιταλιστικής παγκόσμιας οικονομίας. Οι καταπιεσμένοι λαοί δεν θα ήταν πιά σίγουροι πως η ιστορία ήταν με το μέρος τους. Έτσι, δεν ήταν πιά ευχαριστημένοι με μικροβελτιώσεις, με την πίστη ότι αυτές θα έφερναν ουσιαστική αλλαγή για τα παιδιά τους ή τα εγγόνια τους. Ούτε ήταν πιά διατεθειμένοι να αναβάλουν παροντικά αιτήματα στό όνομα ενός μακρινού ευτυχισμένου μέλλοντος. Εν συντομία, οι πολυποίκιλοι παραγωγοί της παγκόσμιας καπιταλιστικής οικονομίας είχαν χάσει τον κρυμένο σταθεροποιητικό παράγοντα του συστήματος, την ιστορική αισιοδοξία των καταπιεσμένων. Κι αυτό βέβαια ήρθε την χειρότερη στιγμή, όταν η συμπίεση των κερδών άρχιζε να γίνεται σοβαρά αισθητή.

 

Το πολιτισμικό σόκ του 1968 απορρύθμισε την αυτόματη κυριαρχία του φιλελεύθερου κέντρου, που είχε επιβληθεί στο παγκόσμιο σύστημα από την εποχή της προηγούμενης παγκόσμιας επανάστασης το 1848. Η δεξιά και η αριστερά απελευθερώθηκαν απο τους ρόλους τους ως σηματοδότες του κεντρώου φιλελευθερισμού κι ήταν ικανές να διατυπώσουν, ή μάλλον να επαναδιατυπώσουν τις πίο ριζοσπαστικές τους αξίες. Το παγκόσμιο σύστημα μπήκε σε μια περίοδο μετάβασης και τόσο η δεξιά όσο κι η αριστερά ήταν αποφασισμένες να εκμεταλλευτούν το αυξανόμενο χάος, έτσι ώστε να διασφαλίσουν ότι οι αξίες τους θα επικρατήσουν στο νέο σύστημα (ή συστήματα) που θα προκύψει από την κρίση.

 

Το άμεσο αποτέλεσμα της παγκόσμιας επανάστασης του 1968 φάνηκε να είναι η νομιμοποίηση των αριστερών αξιών, πιό χτυπητά, στις περιοχές της φυλής και του φύλου. Ο ρατσισμός ήταν θεμελιώδες χαρακτηριστικό του σύγχρονου παγκόσμιου συστήματος καθόλη την ύπαρξή του. Για να ακριβολογούμε η νομιμότητά του αμφισβητιόταν για δυό αιώνες. Όμως ήταν μόνο μετά την επανάσταση του 1968, που μια πλατιά εκστρατεία κατά του ρατσισμού –μια εκστρατεία που στελεχωνόταν από τους ίδιους τους καταπιεσμένους, σε αντίθεση με παλιότερες που αναλαμβάνονταν κυρίως από φιλελεύθερους των ανώτερων στρωμάτων- έγινε κεντρικό φαινόμενο στην παγκόσμια πολιτική σκηνή, παίρνοντας την μορφή είτε μαχητικών ακτιβίστικων κινημάτων «μειονοτικών» ταυτοτήτων, είτε προσπαθειών επανασυγκρότησης της γνώσης, έτσι ωστε να τεθούν τα ζητήματα του χρόνιου ρατσισμού στο επίκεντρο των διανοητικών συζητήσεων.

 

Μαζί με τις συζητήσεις για τον ρατσισμό, θα ήταν δύσκολο να παραβλέψει κανείς, και την κεντρικότητα της σεξουαλικότητας στην παγκόσμια επανάσταση του 1968. Είτε μιλάμε για πολιτικές που αφορούν στο φύλο, είτε στις σεξουαλικές προτιμήσεις, κι εντέλει στην δια-σεξουαλική ταυτότητα η επίδραση του 1968 ήταν να φέρει στο προσκήνιο αυτό που ήταν μια αργή αλλαγή στα σεξουαλικά ήθη στις δεκαετίες που προηγήθηκαν, και να της επιτρέψει να εκραγεί στην παγκόσμια κοινωνική σκηνή, με τεράστιες επιπτώσεις για το νομικό καθεστώς, την παραδοσιακή πρακτική, τις θρησκείες, και τον διανοητικό λόγο.

 

Τα παραδοσιακά αντισυστημικά κινήματα έδιναν έμφαση πρωταρχικά σε ζητήματα κρατικής εξουσίας και οικονομικών δομών. Και τα δυό αυτά ζητήματα υποχώρησαν στην μαχητική ρητορική του 1968 λόγω της έμφασης που δόθηκε στον ρατσισμό και τη σεξουαλικότητα. Αυτό έθεσε ένα πραγματικό πρόβλημα στην παγκόσμια δεξιά. Τα γεωπολιτικά και οικονομικά ζητήματα ήταν πιό διαχειρίσιμα από την δεξιά απότι ήταν τα κοινωνικο-πολιτισμικά ζητήματα. Κι αυτό λόγω της θέσης των κεντρώων φιλελεύθερων που ήταν εχθρικοί σε κάθε ανατροπή των βασικών πολιτικών και οικονομικών θεσμών της παγκόσμιας καπιταλιστικής οικονομίας, αλλά ήταν λανθάνοντες, αν και λιγότερο μαχητικοί, υπερασπιστές των κοινονικο-πολιτισμικών αλλαγών που επεδίωκαν οι ακτιβιστές των επαναστάσεων του 1968 (και μετέπειτα). Σαν αποτέλεσμα η μετά το 1968 αντίδραση διχάστηκε σε δυό κατευθύνσεις, ανάμεσα, απο την μια μεριά, στην προσπάθεια του κατεστημένου να επαναφέρει την τάξη και να επιλύσει τις άμεσες δυσκολίες της συμπίεσης των κερδών, και απο την άλλη, σε μια πιό στενή αλλά πολύ πιό ισχυρή και ανελέητη αντεπανάσταση. Είναι σημαντικό να διακρίνουμε τα δύο βασικά ζητήματα, και τις συνεπαγόμενες δύο ομάδες στρατηγικών συμμαχιών.

 

Καθώς η παγκόσμια οικονομία μπήκε σε αυτήν την περίοδο, σε μια μακρά φάση-Β του κύκλου του Kondratieff, η συμμαχία των δεξιών και κεντρώων δυνάμεων προσπάθησε να αντιστρέψει την αύξηση και στα τρία κόστη της παραγωγής. Προσπάθησαν να μειώσουν το κόστος των μισθών. Προσπάθησαν να επαν-εξωτερικοποιήσουν τα κόστη των εισροών. Προσπάθησαν να μειώσουν την φορολογία για το κοινωνικό κράτος (εκπαίσευση, υγεία, κοινωνική ασφάλιση). Αυτή η επίθεση πήρε πολλές μορφές. Το κέντρο εγκατέλειψε το ιδεολόγημα της αναπτυξιοκρατίας (σαν μέσο ξεπεράσματος της παγκόσμιας πόλωσης) και το αντικατέστησε με το ιδεολόγημα της παγκοσμιοποίησης, που καλούσε ουσιαστικά στο άνοιγμα όλων των συνόρων για τα προϊόντα και το κεφάλαιο (αλλά όχι για την εργασία). Το καθεστώς της Θάτσερ στο Ηνωμένο Βασίλειο και το καθεστώς του Ρήγκαν στις ΗΠΑ, ανέλαβαν την πρωτοβουλία στην προώθηση αυτών των πολιτικών, που ονομάστηκαν «νεοφιλελευθερισμός» σαν θεωρία, και «συμφωνία της Ουάσινγκτον» σαν πολιτική. Το παγκόσμιο οικονομικό φόρουμ στο Νταβός ήταν το κέντρο για την προώθηση της θεωρίας, και το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο (ΔΝΤ-IMF) μαζί με τον νεοσυσταθέντα Παγκόσμιο Οργανισμό Εμπορίου (ΠΟΕ-WTO) έγιναν οι κύριοι φορείς εφαρμογής της συμφωνίας της Ουάσινγκτον.

 

Οι οικονομικές δυσκολίες που αντιμετώπισαν οι κυβερνήσεις παντού, από την δεκαετία του 1970 κι έπειτα (ειδικά στο Νότο και στην πρώην κομμουνιστική ζώνη) έκαναν αφάνταστα δύσκολο για αυτά τα κράτη, που κυβερνιόνταν από παραδοσιακά αντισυστημικά κινήματα, να αντισταθούν στις πιέσεις της «δομικής αναπροσαρμογής» (structural adjustment) και του ανοίγματος των συνόρων. Σαν αποτέλεσμα, επιτεύχθηκε μια περιορισμένη επιτυχία στην αναστροφή στα κόστη παραγωγής παγκοσμίως, όμως μια επιτυχία σαφώς μικρότερη από αυτήν που ήλπιζαν οι εισηγητές αυτής της πολιτικής, και πάντως, πολύ μικρότερη από αυτήν που απαιτούνταν για την διακοπή της συμπίεσης των κερδών. Όλο και περισσότεροι καπιταλιστές λοιπόν, άρχισαν να αναζητούν κέρδη στην σφαίρα της χρηματιστηριακής κερδοσκοπίας, παρά στην σφαίρα της παραγωγής. Αυτές οι οικονομικές δραστηριότητες μπορούν να αποφέρουν τεράστια κέρδη για ορισμένους παίκτες, αλλά μετατρέπουν την παγκόσμια οικονομία σε ένα εξαιρετικά ασταθές περιβάλλον, εξαρτώμενο από τις ισοτιμίες των νομισμάτων και τις διακυμάνσεις της απασχόλησης. Αυτή είναι στην πραγματικότητα μιά από τις ενδείξεις του διαρκώς αυξανόμενου χάους.

 

[///]

 

Στο παγκόσμιο πολιτικό πεδίο, η παγκόσμια πολιτική αριστερά έκανε όλο και πιό πολύ τους εκλογικούς στόχους δευτερεύοντες, και ξεκίνησε την οργάνωση ενός «κινήματος των κινημάτων» -αυτό που έφτασε να ταυτίζεται με το Παγκόσμιο Κοινωνικό Φόρουμ (ΠΚΦ), που συνήλθε αρχικά στο Πόρτο Αλέγκρε, κι αναφέρεται συχνά με αυτό σαν σύμβολο. Το ΠΚΦ δεν είναι ένας οργανισμός, αλλά ένας χώρος συνάντησης ακτιβιστών διαφόρων τάσεων και αντιλήψεων, που εμπλέκονται σε διάφορες συλλογικές δράσεις, παγκόσμιες, περιφερειακές ή τοπικές σε όλον τον κόσμο. Το σύνθημά τους, «ένας άλλος κόσμος είναι εφικτός», δηλώνει την αίσθησή τους ότι το παγκόσμιο σύστημα βρίσκεται σε δομική κρίση, κι ότι οι πολιτικές εναλλακτικές λύσεις είναι πραγματικές. Ο κόσμος αντιμετωπίζει όλο και πιό πολύ μια μάχη σε πολλά μέτωπα μεταξύ του πνεύματος του Νταβός και του πνεύματος του Πόρτο Αλέγκρε.

 

Η δραματική επίθεση του Οσάμα Μπιν Λάντεν στους Δίδυμους Πύργους στις 11 Σεπτεμβρίου το 2001, σηματοδότησε μια παραπέρα ένδειξη του παγκόσμιου πολιτικού χάους και ένα σημείο καμπής στις πολιτικές συμμαχίες. Επέτρεψε σε αυτούς από την δεξιά που επεδίωκαν να κόψουν τους δεσμούς τους με το κέντρο, να προωθήσουν ένα πρόγραμμα μονομερών απαιτήσεων της στρατιωτικής μηχανής των ΗΠΑ, σε συνδυασμό με μια προσπάθεια ακύρωσης των πολιτισμικών εξελίξεων στο παγκόσμιο σύστημα που είχαν δρομολογηθεί μετά την επανάσταση του 1968 (ειδικά στα πεδία του ρατσισμού και της σεξουαλικότητας). Στην πορεία προσπάθησαν να διαλύσουν πολλές από τις δομές που είχαν στηθεί μετά το 1945, που θεωρούσαν οτι περιόριζαν τις πολιτικές τους. Όμως αυτές οι προσπάθειες απειλούσαν να χειροτερέψουν την ήδη αυξανόμενη αστάθεια του παγκόσμιου συστήματος.

 

Αυτή είναι μια εμπειρική περιγραφή της χαοτικής κατάστασης στο παγκόσμιο σύστημα. Τι μπορούμε να περιμένουμε σε μια τέτοια κατάσταση; Το πρώτο πράγμα που σημειώνουμε είναι ότι περιμένουμε, αυτό που ήδη βλέπουμε, άγριες διακυμάνσεις σε όλα τα θεσμικά πεδία του παγκόσμιου συστήματος. Η παγκόσμια οικονομία υπόκειται σε οξείς κερδοσκοπικές πιέσεις, που δεν ελέγχονται από βασικούς οικονομικούς θεσμούς και σώματα ελέγχου, όπως οι κεντρικές τράπεζες. Ένας υψηλός βαθμός βίας, εκρύγνηται παντού σε μικρότερες ή μεγαλύτερες δόσεις, και σε σχετικά μεγάλη διάρκεια. Κανείς πιά δεν έχει την δύναμη να καταστείλει αυτές τις εκρήξεις αποτελεσματικά. Οι ηθικοί περιορισμοί παραδοσιακά εμφορούμενοι από κράτη και θρησκείες, βρίσκουν την αποτελεσματικότητά τους αισθητά μειωμένη.

 

Από την άλλη μεριά, ακριβώς επειδή το σύστημα βρίσκεται σε κρίση, δεν σημαίνει ότι δεν προσπαθεί να λειτουργήσει με τους συνήθεις τρόπους. Το αντίθετο. Στο βαθμό που οι συνήθεις τρόποι οδήγησαν σε αιωνόβιες τάσεις που πλησιάζουν στο ασύμπτωτο, το να συνεχίζουν με τους συνήθεις τρόπους, απλά επιδεινώνει την κρίση. Παρόλα αυτά η εξακολούθηση των παλιών συνηθειών θα είναι πιθανότατα η συμπεριφορά των πιό πολλών ανθρώπων. Οι συνηθισμένοι τρόποι είναι και οι πιό οικείοι, και υπόσχονται βραχυχρόνια ωφέλη, αλλιώς δεν θα ήταν και συνηθισμένοι. Ακριβώς επειδή οι διακυμάνσεις είναι πολύ πιό άγριες, οι περισσότεροι άνθρωποι θα αναζητήσουν ασφάλεια επιμένοντας στις παλιές τους συμπεριφορές.

 

Σίγουρα, οι περισσότεροι θα αναζητήσουν μεσοπρόθεσμες προσαρμογές στο σύστημα, που θα επιχειρηματολογήσουν ότι προσφέρουν ελάφρυνση στα υπάρχοντα προβλήματα. Αυτό όμως, είναι επίσης ένας συνηθισμένος τρόπος, και στην μνήμη των πιό πολλών ανθρώπων, ένας τρόπος που έχει δουλέψει καλά στο παρελθόν κι αξίζει να δοκιμαστεί ξανά. Το πρόβλημα είναι ότι σε μια συστημική κρίση, τέτοιες μεσοπρόθεσμες προσαρμογές έχουν ελάχιστο αποτέλεσμα. Αυτό είναι άλλωστε και το κύριο χαρακτηριστικό αυτού του φαινομένου που ονομάσαμε συστημική κρίση.

 

Άλλοι θα αναζητήσουν μονοπάτια μετασχηματισμού, συχνά κάτω από τον μανδύα μεσοπρόθεσμων λύσεων. Ελπίζουν να εκμεταλλευτούν τις άγριες ταλαντώσεις της μεταβατικής περιόδου για να εισάγουν βασικές αλλαγές στους τρόπους διαχείρισης, που θα σπρώξουν την διαδικασία πρός την μιά πλευρά της διακλάδωσης. Είναι αυτή η τελευταία μορφή συμπεριφοράς, που θα έχει τις μεγαλύτερες συνέπειες. Στην παρούσα κατάσταση, είναι αυτό που περιγράψαμε ως την πάλη ανάμεσα στο πνεύμα του Νταβός και το πνεύμα του Πόρτο Αλέγκρε. Αυτή η πάλη δεν είναι ίσως στο επίκεντρο της προσοχής των ανθρώπων. Και φυσικά, αρκετοί από τους μετέχοντες στην πάλη μπορεί να το βρίσκουν πιό συμφέρον να μην προκαλούν την προσοχή στα πραγματικά διακυβεύματα αυτής της πάλης, για να μήν έχουν την αντίδραση που θα προκαλούσε η ανοιχτή δήλωση των επιδιώξεών τους.

 

Δεν μπορούν να ειπωθούν και πάρα πολλά για μια μάχη που τώρα μόλις ξεκινάει να εκτυλίσσεται, της οποίας το χαρακτηριστικό είναι η πλήρης αβεβαιότητα για το αποτέλεσμα, όπως και η αδιαφάνεια των όρων διεξαγωγής της. Μπορούμε να την φανταστούμε σαν σύγκρουση θεμελιωδών αξιών, ή ακόμα και «πολιτισμών», αρκεί να μην ταυτίζουμε τις δυό πλευρές με υπάρχοντες λαούς, φυλές, θρησκευτικές ομάδες ή άλλες ιστορικές ομαδοποιήσεις. Το σημείο κλειδί της συζήτησης είναι ο βαθμός στον οποίο, οποιοδήποτε κοινωνικό σύστημα, αλλά στην περίπτωσή μας το κοινωνικό σύστημα που θα οικοδομήσουμε στο μέλλον, θα γύρει στην μιά κατεύθυνση ή στην άλλη σε σχέση με δύο μακροχρόνια κεντρικά ζητήματα της κοινωνικής οργάνωσης –την ελευθερία και την ισότητα- ζητήματα που είναι πολύ περισσότερο αλληλοεξαρτώμενα από ότι η κοινωνική σκέψη στο σύγχρονο παγκόσμιο σύστημα είναι διατεθειμένη να αποδεχθεί.

 

Το ζήτημα της ελευθερίας (ή «δημοκρατίας») περιβάλλεται με αρκετή υπερβολή στον σύγχρονο κόσμο μας, έτσι που είναι δύσκολο πολλές φορές να διακρίνουμε τα πραγματικά προβλήματα που κρύβει. Μπορεί να μας βοηθήσει μια διάκριση ανάμεσα στην ελευθερία της πλειοψηφίας και την ελευθερία της μειοψηφίας. Η ελευθερία της πλειοψηφίας βρίσκεται στον βαθμό, στον οποίο οι συλλογικές πολιτικές αποφάσεις αντανακλούν στην ουσία τις προτιμήσεις της πλειοψηφίας, σε αντίθεση με μικρότερες ομάδες που στην πράξη ελέγχουν τις διαδικασίες λήψης αποφάσεων. Αυτό δεν είναι απλά ένα θέμα «ελεύθερων εκλογών», παρόλο που αναμφίβολα, έντιμες, ανοιχτές εκλογές είναι ένα αναγκαίο αλλά όχι ικανό μέσο μιας δημοκρατικής δομής. Η ελευθερία της πλειοψηφίας απαιτεί την ενεργή συμμετοχή της πλειοψηφίας. Απαιτεί την πρόσβαση στην πληροφόρηση από την πλειοψηφία. Απαιτεί μορφές μετάφρασης των απόψεων της πλειοψηφίας σε πλειοψηφούσες απόψεις των νομοθετικών σωμάτων. Είναι αμφίβολο αν οποιοδήποτε υπάρχον κράτος στο σύγχρονο παγκόσμιο σύστημα είναι δημοκρατικό με αυτήν την έννοια.

 

Η ελευθερία της μειοψηφίας είναι ένα τελείως διαφορετικό ζήτημα. Αντιπροσωπεύει τα δικαιώματα όλων των ατόμων και ομάδων να έχουν τις προτιμήσεις τους σε όλα εκείνα τα πεδία που η πλειοψηφία δεν έχει νομιμοποίηση να επιβάλλει τις δικές της στους άλλους. Τυπικά, τα περισσότερα κράτη στο παγκόσμιο σύστημα έχουν δώσει ελευθερία λόγου σε αυτά τα δικαιώματα, μόνο σαν εξαιρέσεις των προτιμήσεων της πλειοψηφίας. Ορισμένα έχουν κιόλας προωθήσει την έννοια, όχι μόνο σαν μια αρνητική προστασία, αλλά και σαν μια θετική συνεισφορά προς την οικοδόμηση ενός ιστορικού συστήματος με πολλές διαφορετικές τάσεις. Τα παραδοσιακά αντισυστημικά κινήματα έδιναν έμφαση σε ότι θα αποκαλούσαμε την ελευθερία της πλειοψηφίας. Οι επαναστάτες του 1968 έδωσαν μεγαλύτερη έμφαση στην διεύρυνση της ελευθερίας της μειοψηφίας.

 

Ακόμα κι αν υποθέσουμε ότι όλοι είναι πράγματι υπέρ της ελευθερίας, που είναι μια χονδροειδής υπόθεση, υπάρχει τεράστια και ατέρμονη δυσκολία να αποφασίσει κανείς, που βρίσκεται η γραμμή ανάμεσα στην ελευθερία της πλειοψηφίας και την ελευθερία των μειοψηφιών –δηλαδή, σε ποιές σφαίρες και ποιά ζητήματα η μιά ή η άλλη πρέπει να είναι σε προτεραιότητα. Στην μάχη για το σύστημα (ή τα συστήματα) που θα διαδεχτεί το υπάρχον παγκόσμιο σύστημα, το θεμελιώδες σχίσμα θα είναι μεταξύ αυτών που θα θέλουν να διευρύνουν καί τα δύο είδη ελευθεριών –αυτό της πλειοψηφίας κι αυτό των μειοψηφιών- κι αυτών που θα παλέψουν να δημιουργήσουν ένα μη-ελευθεριακό σύστημα, με το πρόσχημα ότι υπερασπίζονται είτε την ελευθερία της πλειοψηφίας είτε την ελευθερία των μειοψηφιών. Σε αυτή την μάχη είναι σαφές το τί ρόλο παίζει η αδιαφάνεια. Η αδιαφάνεια οδηγεί σε σύγχηση, κι αυτό εξυπηρετεί τον σκοπό αυτών που θέλουν να περιορίσουν την ελευθερία.

 

Η ισότητα συχνά τίθεται σαν μια έννοια που είναι σε σύγκρουση με την ελευθερία, ειδικά αν εννοούμε σχετική ισότητα πρόσβασης στα υλικά αγαθά. Στην πραγματικότητα είναι η άλλη όψη του ίδιου νομίσματος. Στον βαθμό που υπάρχουν ουσιαστικές ανισότητες, δεν είναι δυνατό να δίνεται το ίδιο βάρος σε όλα τα πρόσωπα στο να ελέγχουν τις προτιμήσεις της πλειοψηφίας. Καί δεν είναι δυνατό να γίνει σεβαστή η ελευθερία της μειοψηφίας αν η μειοψηφία δεν είναι ίση στα μάτια όλων –ίση κοινωνικά και οικονομικά, για να μπορεί να είναι καί πολιτικά. Η έμφαση στην ισότητα, αναγκάζει την πλειοψηφία να συνειδητοποιήσει την ελευθερία της και να ενθαρρύνει και την ελευθερία των μειοψηφιών.

 

Στην κατασκευή του διάδοχου συστήματος (ή συστημάτων) που θα αντικαταστήσει το υπάρχον, θα επιλέξουμε είτε ένα ιεραρχικό σύστημα που θα απονέμει ή θα επιτρέπει προνόμια ανάλογα με την θέση στην ιεραρχία του συστήματος, ανεξαρτήτως του πώς ορίζεται αυτή η ιεραρχία (συμπεριλαμβανομένων και των «αξιοκρατικών» κριτηρίων) είτε ένα σχετικά δημοκρατικό, σχετικά εξισωτικό σύστημα. Μιά από τις αρετές του υπάρχοντος συστήματος είναι οτι, ενώ δεν έχει επιλύσει καμμιά από αυτές τις αντινομίες –μακράν από κάτι τέτοιο- φέρνει την συζήτηση γι αυτές, όλο και πιό πολύ στο προσκήνιο. Δεν υπάρχει αμφιβολία πως σε όλο τον κόσμο, οι άνθρωποι γνωρίζουν αυτά τα ζητήματα πολύ περισσότερο απότι έναν αιώνα πρίν, πόσο μάλλον απότι πέντε αιώνες πριν. Είναι πιό ενημερωμένοι, με μεγαλύτερη διάθεση να παλέψουν για τα δικαιώματά τους, πιό σκεπτικοί απέναντι στην ρητορική της εξουσίας. Όσο κι άν το σύστημα βρίσκεται σε πόλωση, αυτή τουλάχιστον είναι μια θετική εξέλιξη.

 

Η περίοδος μετάβασης από ένα σύστημα σε ένα άλλο είναι μια περίοδος ισχυρής πάλης, μεγάλης αβεβαιότητας, και μεγάλης αμφιβολίας για τις δομές της γνώσης. Χρειάζεται πρώτα απόλα να προσπαθήσουμε να κατανοήσουμε τι ακριβώς συμβαίνει. Μετά, χρειάζεται να κάνουμε τις επιλογές μας σε σχέση με την κατεύθυνση στην οποία θέλουμε να προχωρήσει ο κόσμος. Και εν τέλει, πρέπει να σκεφτούμε πώς χρειάζεται να δράσουμε στο παρόν, έτσι ώστε να κάνουμε πιό πιθανή την επικράτηση της κατεύθυνσης που επιθυμούμε. Μπορούμε να σκεφτούμε γι αυτά τα τρία καθήκοντα, σαν το διανοητικό, το ηθικό και το πολιτικό καθήκον αντίστοιχα. Είναι διαφορετικά, αλλά είναι στενά συνδεδεμένα. Κανείς μας δεν μπορεί να ξεφύγει από αυτά τα καθήκοντα. Αν ισχυριζόμαστε κάτι τέτοιο, στην ουσία κάνουμε μια συγκαλυμένη επιλογή. Τα καθήκοντα μπροστά μας είναι εξαιρετικά δύσκολα. Όμως μας προσφέρουν, ατομικά και συλλογικά, την δυνατότητα της δημιουργίας, ή τουλάχιστον της συνεισφοράς στην δημιουργία μιας κατάστασης που θα εκπληρώσει καλύτερα τις συλλογικές μας δυνατότητες.

Advertisements
This entry was posted in Ο Καπιταλισμός ως παγκόσμιο σύστημα and tagged , . Bookmark the permalink.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s