Κυριακή 22/5 στις 11 πμ. 5η παράδοση Μεθοδολογίας: Προφορική ιστορία, η μέθοδος της συνέντευξης.

Frances Densmore

American ethnographer Frances Densmore (1867 – 1957) makes a phonographic recording of Blackfoot leader Mountain Chief at the Smithsonian Institution in Washington, DC, for the Bureau of American Ethnology, 16th February 1916. (Photo by FPG/Getty Images)

Την Κυριακή 22/5 στις 11πμ. στην Λαμπηδόνα, η Ποθητή Χαντζαρούλα θα μας παρουσιάσει το δεύτερο μέρος της υποενότητας «Προφορική Ιστορία» με θέμα την μέθοδο της συνέντευξης. Ακολουθούν τα βασικά σημεία της εισήγησης:

2 η ενότητα Προφορικής Ιστορίας Η μεθοδολογία της συνέντευξης

Ποθητή Χαντζαρούλα

Περίληψη

Η δεύτερη ενότητα επικεντρώνεται στη μέθοδο της συνέντευξης. Θα ασχοληθούμε με την προετοιμασία της (βιβλιογραφική έρευνα, ερωτηματολόγιο, πιλοτική συνέντευξη), θα συζητήσουμε τη σχέση του ερευνητή/ερευνήτριας με το υποκείμενο της έρευνας (τον πληροφορητή/-ήτρια), τα προβλήματα που ενυπάρχουν σε αυτή τη σχέση, την προετοιμασία της συνέντευξης, καθώς και δεοντολογικά ζητήματα της συνέντευξης.

Θα μας απασχολήσουν:

 Η συνέντευξη ως μια σχέση μεθοδικής και ενεργητικής ακρόασης.

 Τα θεωρητικά και πρακτικά ζητήματα που αναδύονται από τη σχέση ερευνητή και πληροφορητή.

 Τα ηθικά και δεοντολογικά ζητήματα της συνέντευξης.

Βιβλιογραφία –

Paul Thompson, Φωνές από το παρελθόν, σ. 273-298.

– Pierre Bourdieu κ.ά., The Weight of the World: Social Suffering in Contemporary Society, 1999, Stanford University Press, 1999. –

Valerie Yow, Recording Oral History. A Guide for the Humanities and Social Sciences 2 nd ed. (Walnut Creek: AltaMira Press, 2005).

-Luisa Passerini. 1992 “A Memory for Women’s History: Problems of Method and Interpretation”, Social Science History, 16, 4: 668-692. –

Ρένα Μόλχο. 2002. «Το αρχείο οπτικοακουστικών μαρτυριών των επιζώντων της ναζιστικής γενοκτονίας Shoah: Στόχοι, οργάνωση και διαδικασία συνεντεύξεων», Επιθεώρηση Κοινωνικών Ερευνών, 107: 199-217.

Μεθοδολογίες της συνέντευξης

Υπάρχουν πολλοί διαφορετικοί τρόποι για να πάρει κανείς συνέντευξη: από την ελεύθερη, φιλική και ανεπίσημη συνομιλία μέχρι το πιο επίσημο και ελεγχόμενο στυλ ερωτήσεων. Σύμφωνα με τον Paul Thompson οι καλοί ερευνητές αναπτύσσουν μια δική τους παραλλαγή που τους φέρνει τα καλύτερα αποτελέσματα και ταιριάζει στην προσωπικότητά τους. Υπάρχουν κάποιες αρετές που πρέπει απαραίτητα να χαρακτηρίζουν τον καλό ερευνητή/τρια: ενδιαφέρον και σεβασμός για την προσωπικότητα του κάθε ανθρώπου και ελαστικότητα στη συμπεριφορά του προς αυτούς. Ικανότητα να δείχνει κατανόηση και συμπάθεια για την οπτική γωνία με την οποία βλέπουν τα πράγματα. Προθυμία να τους ακούσει. Όσοι μιλούν ακατάπαυστα ή δεν μπορούν να αντισταθούν στον πειρασμό να αντιλέγουν ή να πιέζουν τον πληροφορητή 2 προβάλλοντας τις δικές τους ιδέες, θα πάρουν πληροφορίες άχρηστες ή παραπλανητικές. Κατ’ αρχάς πρέπει να προετοιμαστούμε για τη συνέντευξη και να αποκτήσουμε ένα υπόβαθρο γενικών γνώσεων σχετικών με το θέμα, από τη βιβλιογραφία. Ίσως ο καλύτερος τρόπος να ξεκινήσουμε είναι κάνοντας ανιχνευτικές συνεντεύξεις, χαρτογραφώντας έτσι το πεδίο και μαζεύοντας ιδέες και πληροφορίες. Μπορούμε με τις συνεντεύξεις να προσδιορίσουμε ένα πρόβλημα και να βρούμε τρόπους να το λύσουμε.

Η πιλοτική συνέντευξη όμως, η γενική συνέντευξη εφ’ όλης της ύλης στο ξεκίνημα ενός τοπικού προγράμματος, μπορεί να φανεί πολύ χρήσιμη. Ο Pierre Bourdieu αναφέρεται στην συμπάθεια, ως βασικό στοιχείο της συνέντευξης και ουσιαστική ιδιότητα που πρέπει να έχει ο ερευνητής/τρια. Θεωρεί ότι πρέπει να συμπάσχουμε με τον πληροφορητή. Δεν είναι αναγκαίο να το δείχνουμε συνέχεια λεκτικά αυτό. Πρόκειται για μια διαδικασία ταύτισης και απο-ταύτισης. Μίμηση, μπαίνουμε στη θέση του και συμπάσχουμε με τα δράματά του. Αποταύτιση: αναγνώριση της ετερότητάς μας. Δεν πρέπει να παριστάνουμε ότι είμαστε ίδιοι. Ο Pierre Bourdieu περιγράφει ως εξής τη διαδικασία της συνέντευξης: «Με κίνδυνο να σοκάρω όσους επιμένουν στην αυστηρή μεθοδολογία και τους εμπνευσμένους μελετητές που προτιμούν την ερμηνευτική, θα έλεγα ότι μπορούμε να θεωρούμε τη συνέντευξη ως ένα είδος πνευματικής άσκησης, που στόχο έχει να πετύχει, μέσω της λησμοσύνης του εαυτού, έναν πραγματικό μετασχηματισμό του τρόπου με τον οποίο βλέπουμε τους άλλους στις κανονικές συνθήκες της ζωής. Η ευπρόσδεκτη διάθεση που μας οδηγεί να μοιραστούμε τα προβλήματα του πληροφορητή, η ικανότητα να τον πάρουμε και να τον καταλάβουμε όπως ακριβώς είναι, με τη δική του διακριτή αναγκαιότητα, είναι ένα είδος διανοητικού έρωτα: μια ενατένιση».

Λησμοσύνη του εαυτού σημαίνει ότι είμαστε ανοιχτοί να ακούσουμε και να καταλάβουμε τον άλλο, περιορίζουμε, εξαφανίζουμε τον εαυτό μας, και με αυτή την διάθεση απέναντι στον άλλο, να ξεχάσουμε τον εαυτό μας και να αφοσιωθούμε στον άλλο, έρχεται η ριζική αλλαγή, ο μετασχηματισμός του εαυτού μας. Θέλουμε να ακούσουμε και να καταλάβουμε τον άλλο.

Μια πνευματική άσκηση:  Τα όρια της οικειότητας. Δεν πρέπει να υποκρινόμαστε ότι εκμηδενίζουμε την κοινωνική απόσταση αλλά να είμαστε σε θέση να βάλουμε τον εαυτό μας πνευματικά στη θέση τους. Πρέπει αν τοποθετούμε τον εαυτό μας στη θέση που κατέχουν οι πληροφορητές στον κοινωνικό χώρο για να τους καταλάβουμε για αυτό που είναι, και να πάρουμε σε κάποιο βαθμό το μέρος τους. Χωρίς τη προβολή του ενός στον άλλο που κάνει η φαινομενολογία. Πρέπει λοιπόν να προσφέρουμε μια γενική κατανόηση των υποκειμένων που βασίζεται θεωρητικά και πρακτικά στη σύλληψη των κοινωνικών συνθηκών των οποίων είναι προϊόντα. Αυτό σημαίνει να καταλάβουμε τις συνθήκες της ζωής και τους κοινωνικούς μηχανισμούς που επηρεάζουν την κατηγορία στην οποία ανήκει το υποκείμενο (μαθητές, τεχνίτες, οτιδήποτε). Και να καταλάβουμε τις συνθήκες, ψυχολογικές και κοινωνικές που συνδέονται με μια δεδομένη θέση και πορεία στον κοινωνικό χώρο. Πρέπει να δώσουμε έμφαση στην κατανόηση και στην ερμηνεία ταυτόχρονα.

Η κατανόηση δεν μπορεί να περιοριστεί σε μια συμπαθητική προδιάθεση. Η συνέντευξη γίνεται με τέτοιο τρόπο ώστε η συνέντευξη και η κατάσταση η ίδια να έχουν νόημα για τον πληροφορητή και για την προβληματική που προτείνεται. Πηγάζει από την επαληθευμένη αναπαράσταση των συνθηκών στις οποίες τοποθετούνται οι πληροφορητές και των οποίων είναι προϊόντα. Δεν πρόκειται για μια γρήγορη επικοινωνία και συνάντηση των ερευνών που γίνονται γρήγορα από τους ερευνητές. Αλλά για την απόκτηση ευρείας γνώσης πάνω στο αντικείμενο που βασίζεται σε μια ζωή έρευνας και με προηγούμενες συνεντεύξεις με τον ίδιο πληροφορητή ή πληροφορητές. Οι συνεντεύξεις που δημοσιεύονται αποτελούν μόνο μια στιγμή – αν και προνομιακή στιγμή, μέσα σε μια σειρά ανταλλαγές που δεν έχουν τίποτα από το τυχαίο των συναντήσεων των δημοσκοπήσεων.

Εισαγωγές και προφυλάξεις που δίνουν στους πληροφορητές αυτοπεποίθηση και τους βοηθούν να συμμετάσχουν στο επιστημονικό εγχείρημα ή αποκλείοντας ανάρμοστες ερωτήσεις, καθώς και η αρχική διαδικασία συγκέντρωσης πληροφοριών επιτρέπουν τη συνεχή επινόηση καίριων ερωτήσεων, ειλικρινών υποθέσεων που βασίζονται σε μια προσωρινή αναπαράσταση της γενικής φόρμουλας που κατευθύνει την έρευνα. Συνήθως τείνουμε να χρησιμοποιούμε έναν τελετουργικό λόγο για την αντιμετώπιση σχετικά κοινών προβλημάτων, κενό και τυποποιημένο, του τύπου «πώς είσαι;». Έχουμε ακούσει όλοι για καβγάδες και αντιπαλότητες και τις  αντιμετωπίζουμε ανάγοντας το προσωπικό στο απρόσωπο και το μοναδικό δράμα σε μια ανθρώπινη ιστορία.. Και ακόμα όταν κινητοποιούμε όλα τα αποθέματα της επαγγελματικής εγρήγορσης και της προσωπικής συμπάθειας είναι δύσκολο να αποτινάξουμε την κούραση που παράγεται από το ότι τα έχουμε δει και ακούσει όλα και να μπούμε στην ιδιαίτερη προσωπική ιστορία και να καταλάβουμε τη μοναδικότητα και ταυτόχρονο το γενικό σε κάθε ιστορία ζωής. Να σπάσουμε την οθόνη των κλισέ πίσω από την οποία ζει ο καθένας μας και με τα οποία εκφράζουμε τα μικρά προβλήματα και τα μεγάλα ζητήματα της ζωής μας. Το «ένα», που είμαστε όλοι μας και προσπαθεί να πει κάτι για το «εγώ» που εκφράζεται μέσα από τη μοναδικότητά μας, είναι το πιο δύσκολο να ακούσουμε (Bourdieu).

Προσφέρουμε στον πληροφορητή μια πλήρως εξαιρετική κατάσταση για επικοινωνία που είναι απελευθερωμένη από τους συνήθεις περιορισμούς (ιδιαίτερα του χρόνου) που βαραίνουν σε κάθε καθημερινή συναλλαγή και ανοίγουν εναλλακτικές που επιτρέπουν την εκφορά της οδύνης, αναγκών και ευχών. Ο ερευνητής παρέχει τις συνθήκες για μια εξω-καθημερινή συζήτηση, που ποτέ δεν έχει ειπωθεί αλλά πάντοτε βρισκόταν εκεί περιμένοντας τις συνθήκες για την πραγμάτωσή της. Οι πληροφορητές που μειονεκτούν φαίνεται να αρπάζουν την κατάσταση ως εξαιρετική ευκαιρία για να καταθέσουν, να ακουστούν, να μεταφέρουν την εμπειρία τους έξω από την ιδιωτική σφαίρα στη δημόσια. Μια ευκαιρία επίσης να εξηγήσουν τον εαυτό τους, με την πλήρη έννοια του όρου, να κατασκευάσουν την δική τους άποψη. Δεν αισθάνονται εργαλεία στα χέρια του ερευνητή αλλά παίρνουν στα χέρια τους την συνέντευξη. Η ένταση και η πυκνότητα του λόγου προσφέρουν ένα είδος ανακούφισης και εκπλήρωσης, και μεταφέρουν τη χαρά που υπάρχει μέσα στην έκφραση.

Η επιστημονική έρευνα πρέπει να αποκλείσει την πρόθεση να ασκήσουμε συμβολική βία που θα μπορούσε να επηρεάσει τις απαντήσεις. Κανείς δεν μπορεί να εμπιστευθεί απλώς την καλή πίστη. Υπάρχουν ένα σωρό διαστρεβλώσεις που είναι ενσωματωμένες στην ίδια τη δομή της ερευνητικής σχέσης και αυτές πρέπει να γίνουν κατανοητές, να σκεφτούμε πάνω σε αυτές χωρίς να ζητάμε την εφαρμογή κάποιας μεθόδου ή θεωρίας. Μόνο ένας στοχασμός συνώνυμος με τη μέθοδο, ένας στοχαστικό στοχασμός που βασίζεται στο επάγγελμα, στην τέχνη, σε μια κοινωνιολογική «αίσθηση» ή «μάτι», επιτρέπει να συλλάβουμε και να δούμε στη στιγμή, καθώς συμβαίνει η συνέντευξη, τα αποτελέσματα της κοινωνικής δομής μέσα  στην οποία συμβαίνει. Πώς μπορούμε να λέμε ότι εμπλεκόμαστε στην επιστημονική έρευνα των προϋποθέσεων εάν δεν αποκτήσουμε γνώση των δικών μας προϋποθέσεων; Μπορούμε να το κάνουμε αν ελέγξουμε τα αποτελέσματα της ίδιας της έρευνας και αν αναρωτηθούμε για τα αναπόφευκτα αποτελέσματα της διαδικασίας (Bourdieu).

«Το θετικιστικό όραμα μιας επιστημολογικής κατάστασης απόλυτης αθωότητας επισκιάζει το γεγονός ότι η ουσιαστική διαφορά δεν είναι μεταξύ μιας επιστήμης που κατασκευάζει και μιας που δεν το κάνει, αλλά μεταξύ μιας που έχει επίγνωση της κατασκευής και παλεύει να ανακαλύψει και να δαμάσει τις αναπόφευκτες πράξεις της κατασκευής και τα αναπόφευκτα αποτελέσματα που προκαλεί». Πρέπει κανείς να γνωρίζει τα αναπόφευκτα αποτελέσματα που προκαλεί η εισβολή σε κάθε κοινωνική σχέση (ο τρόπος που κάποιος παρουσιάζει τον εαυτό του και την έρευνα, η ενθάρρυνση που δίνει ή συγκρατεί). Πρέπει να φέρουμε στο φως την αναπαράσταση της κατάστασης από τον πληροφορητή, γενικά της έρευνας και την ιδιαίτερη σχέση που δημιουργεί και τους λόγους που οδήγησαν στην συμμετοχή του αυτή τη την ανταλλαγή. Να μετρήσουμε την απόσταση ανάμεσα στους σκοπούς της έρευνας όπως αυτοί έγιναν κατανοητοί από τον πληροφορητή και στο αντικείμενο και τους στόχους που έθεσε ο ερευνητής. Θα κατανοήσουμε τις μορφές λογοκρισίας που εμπόδιζαν πράγματι να ειπωθούν και τις ενθαρρύνσεις που οδήγησαν στο να δοθεί έμφαση σε άλλες.

Ο ερευνητής θέτει τους σκοπούς και το αντικείμενο, καθώς και τις χρήσεις. Αυτή τη ασυμμετρία ενδυναμώνεται από μια κοινωνική συμμετρία: ο ερευνητής κατέχει υψηλότερη θέση στην κοινωνική ιεραρχία διαφόρων τύπων κεφαλαίων, ιδιαίτερα πολιτισμικού. Η αγορά των γλωσσικών και συμβολικών αγαθών εγκαθιδρύεται κάθε φορά με την αντικειμενική σχέση μεταξύ ερευνητή και ερευνώμενου. Κάτι που οδηγεί στο ίδιο πράγμα: τη σχέση μεταξύ διαφορετικών ειδών κεφαλαίου και ιδιαίτερα γλωσσικού κεφαλαίου, την οποία το κάθε μέρος διαθέτει. Στόχος να περιορίσουμε όσο το δυνατό τη συμβολική βία που ασκείται μέσω αυτής της σχέσης. Αυτό σημαίνει το να είμαστε πλήρως διαθέσιμοι στο πρόσωπο που ρωτάμε, να υποταχθούμε στη μοναδικότητα της συγκεκριμένης ιστορίας ζωής- που μπορεί να οδηγήσει σε μίμηση της γλώσσας, των απόψεων, συναισθημάτων και σκέψεων του πληροφορητή- με μεθοδική κατασκευή που στηρίζεται στη γνώση των αντικειμενικών συνθηκών που είναι κοινές σε μια ολόκληρη κοινωνική κατηγορία. Για να γίνει αυτό χρειάζονται να εκπληρωθούν συγκεκριμένες συνθήκες. Αυτό δεν σημαίνει ότι περιοριζόμαστε στα στοιχεία που μπορούν να ελεγχθούν στην επικοινωνία. Πρέπει να δουλέψουμε στην ίδια τη δομή της σχέσης (και μέσω αυτής στη δομή της γλωσσικής και συμβολικής αγοράς) και επομένως στην ίδια την επιλογή των πληροφορητών και των ερευνητών.

Ο Γουίλιαμ Λάμποφ ζήτησε από τους μαύρους στο Χάρλεμ, με σκοπό να ουδετεροποιήσει την εισβολή του, να κάνουν οι ίδιοι τη γλωσσική έρευνα. Να δώσουμε εκπαίδευση σε πληροφορητές για τις τεχνικές της συνέντευξης. Εμπλοκή των πληροφορητών. Δεν πρόκειται όμως για προσπάθεια συλλογής «φυσικού λόγου» που επηρεάζεται όσο το δυνατό λιγότερο από πολιτισμική ασυμμετρία. Είναι σημαντικό να σχεδιάσουμε την έρευνα με τέτοιο τρόπο ώστε να εμπεριέχει τα στοιχεία που είναι αναγκαία για την ερμηνεία της. Δεδομένα που δεν παρέχουν τα μέσα για την ερμηνεία τους. Οικειότητα (οικογένεια, σχέση μεταξύ γυναικών, φιλίες) που οδηγεί στο ξεπέρασμα των εμποδίων που σχετίζονται με τις διαφορές στην κοινωνική κατάσταση – και ιδιαίτερα το φόβο του να πατρονάρουν ταξικές συμπεριφορές οι οποίες γίνονται αντιληπτές ως κοινωνικά ανώτερες και προστίθενται στο γενικό φόβο του να γίνει κανείς αντικείμενο.

Τύποι συνέντευξης

Διαφορετικές μεθοδολογίες αναπτύχθηκαν από τους ερευνητές και τις ερευνήτριες αναφορικά με τη διαδικασία της συνέντευξης:

Ι.

Υπάρχουν τάσεις που επιδιώκουν την αναίρεση της ιεραρχικής σχέσης που εμπλέκουν τους πληροφορητές σε όλο το φάσμα της ερευνητικής διαδικασίας: στην επιλογή του θέματος, στη διαδικασία της συνέντευξης και στην ερμηνεία. Στο πλαίσιο της ομάδας Personal Narratives Group σημαντικές μελέτες εκπονήθηκαν από φεμινίστριες ή ερευνήτριες προφορικής ιστορίας και εθνογράφους.

Α. Προτείνουν έναν τύπο συνέντευξης συνδιαχειριζόμενης ή μη κατευθυνόμενης όσον αφορά τη μορφή και τη θεματική της. Οι πληροφορήτριες γίνονται εταίροι και συνεργάτριες.

Β. Για κάποιους μια δημοκρατική και μη ιεραρχική ερευνητική διαδικασία περιορίζεται στη συνέντευξη. Τα απομαγνητοφωνημένα κείμενα δίνονται στους πληροφορητές/τριες ώστε να αποφασίσουν τι θέλουν να συμπεριληφθεί στην έρευνα.

Γ. Για άλλους ερευνητές/τριες ο καθορισμός τους θέματος πρέπει να είναι αποτέλεσμα συλλογικής απόφασης.

Δ. Για άλλους μια δημοκρατική ερευνητική διαδικασία πρέπει να περιλαμβάνει και την ερμηνεία. Η ερμηνεία των απομαγνητοφωνημένων κειμένων γίνεται συλλογική διαδικασία.

ΙΙ. Αυστηρά δομημένη συνέντευξη

Όταν η έρευνα είναι «συγκριτική», βασίζεται σε ένα ερωτηματολόγιο, σε μια αυστηρά δομημένη συνέντευξη, ο ερευνητής διατηρεί τον έλεγχο και κάνει μια σειρά από ερωτήσεις κοινές για όλους τους πληροφορητές. Βλ. USC Shoah Foundation https://sfiaccess.usc.edu/ Ο στόχος εδώ είναι να παραχθεί υλικό που υπερβαίνει τον μεμονωμένο πληροφορητή και προσφέρεται για συγκρίσεις.

ΙΙΙ. Ευέλικτη δομή

Η ευέλικτη δομή της συνέντευξης βασίστηκε στην πεποίθηση ότι κάθε ιστορία ζωής είναι μια δημιουργική δουλειά που παράγεται από τη συνάντηση δύο ανθρώπων που και οι δύο καταλαβαίνουν την αξία της σχέσης μεταξύ δύο υποκειμενικοτήτων καθώς και την προβληματική και ρηξικέλευθη φύση αυτής της σχέσης. Γενικά το κριτήριο που καθοδηγεί τη συνέντευξη είναι ότι οι συμμετέχοντες θα είναι ανοιχτοί ο ένας στον άλλο και επομένως ανοιχτοί στις απροσδόκητες και μη συστηματικές πλευρές της συνέντευξης.

Advertisements
This entry was posted in Μεθοδολογία των Επιστημών του Ανθρώπου, Μεθοδολογία της συνέντευξης, Προφορική Ιστορία, Χωρίς κατηγορία and tagged , , . Bookmark the permalink.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s