Εισήγηση για το κοινωνικό πανεπιστήμιο στην ομάδα κριτικής διεπιστημονικότητας

curso_cabecera_marruecosceraichiapas-cideci-generator

Κοινωνικό πανεπιστήμιο: Γνώση και κοινωνική χειραφέτηση. Προθέσεις, εμπειρία και ουτοπία.

 

ΓΙΑΝΝΗΣ ΚΥΡΙΑΚΑΚΗΣ

ΟΜΑΔΑ ΚΡΙΤΙΚΗΣ ΔΙΕΠΙΣΤΗΜΟΝΙΚΌΤΗΤΑΣ

ΠΑΡΑΣΚΕΥΗ 25 ΝΟΕΜΒΡΗ 2016

 

  1. ΚΙΝΗΤΡΟ, ΙΣΤΟΡΙΚΟ, ΓΕΝΙΚΟ ΠΛΑΙΣΙΟ. Η ΚΟΙΝΩΝΙΚΗ ΚΑΙ ΑΛΛΗΛΕΓΓΥΑ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Για πολλά χρόνια ήδη από τις αρχές του ’90 ή και νωρίτερα, πολλοί από εμάς είχαμε θέσει στο επίκεντρο του θεωρητικού μας ενδιαφέροντος την διαμόρφωση ενός εναλλακτικού, από τον κλασικό Μαρξισμό, σχεδίου για την υπέρβαση του καπιταλισμού, θεωρώντας το σχέδιο της κατάληψης της κρατικής εξουσίας από το επαναστατικό κόμμα (ή έστω το ρεφορμιστικό με εκλογές κλπ.) ως ιστορικά αποτυχημένο. Για μένα καμπή σε αυτή την αναζήτηση ήταν ο Δεκέμβρης του 2008, όταν φάνηκε πόσο επιτακτική ήταν η ανάγκη της διαμόρφωσης μορφών αυτοοργάνωσης και πρωτοβουλίας απέναντι σε ένα όλο και πιο κατασταλτικό κράτος και σε έναν ολοένα και πιο επιθετικό και αδηφάγο νέο-φιλελευθερισμό. Από τον Δεκέμβρη του 2008 και έπειτα, πρωτοστάτησα σε δύο εγχειρήματα ανεξάρτητα από την ομάδα, με την οποία επανασυνδέθηκα στην ουσία το 2011, όταν και γύρισα οριστικά από την Αγγλία. Τα δύο εγχειρήματα αυτά, και τα δύο εμπνευσμένα από την εξέγερση του Δεκέμβρη, απέτυχαν οικτρά, άφησαν όμως έναν σπόρο στην σκέψη μου ο οποίος, σε συνεργασία και με τον Σωτήρη οδήγησε στην ιδέα του κοινωνικού πανεπιστημίου.

Το πρώτο εγχείρημα που ξεκίνησε σχεδόν ταυτόχρονα με τον Δεκέμβρη, τον Γενάρη του 09, ήταν η προσπάθεια δημιουργίας ενός site ελεύθερης αρθρογραφίας και σχολιασμού με τον προσωρινό τίτλο «πλατεία». Συναντηθήκαμε στην αρχή ιντερνετικά και ύστερα εκ του σύνεγγυς καμιά 15αριά αριστεροί και αναρχικοί που δεν είχαμε καμιά γνωριμία μεταξύ μας πριν. Φαινόταν να είναι ένα εγχείρημα πολύ μεγαλύτερο από την δημιουργία ενός site, αφορούσε στην ελευθερία στο διαδίκτυο και την ελευθερία στην πληροφόρηση γενικά. Μετά από κάποιες συναντήσεις για ένα χρόνο περίπου ατόνησε, γιατί παρουσιάστηκαν πολλές δυσκολίες στην συγγραφή του κώδικα και χακάρισμα στον προγραμματιστή που είχαμε και συντόνιζε το τεχνικό μέρος του εγχειρήματος. Το δεύτερο εγχείρημα ξεκίνησε τον Ιούνη του 09 και με τον τίτλο ΠΑΣΑ αποσκοπούσε στην εγκαθίδρυση αμεσο-δημοκρατικών δομών μέσα στην αριστερά, και ιδιαίτερα στον ΣΥΡΙΖΑ που τότε συζητούσε την μετατροπή του σε ενιαίο φορέα. Κράτησε πιο πολύ, αλλά διαλύθηκε τρία χρόνια αργότερα μαζί με τις ελπίδες για άμεση δημοκρατία μέσα στην αριστερά. Σε αυτή την ομάδα κάναμε πολλές συζητήσεις για την μετάβαση από τον καπιταλισμό σε μια κοινωνία ισότητας, μιας και υπήρχε μια κοινή αντίληψη ότι το σημείο της αυτό-οργάνωσης και της άμεσης δημοκρατίας ήταν κομβικό. Σε κάποιες από αυτές ο Γιάννης Χατζηχρήστος, μέλος της ΠΑΣΑ τότε, με έβαλε στην ιδέα της κοινωνικής οικονομίας.

Το ζήτημα της κοινωνικής οικονομίας είναι ευρύ και πολύπλοκο. Ξεκινάει στο ένα άκρο από αντιλήψεις που φτιασιδώνουν και εξευγενίζουν τον καπιταλισμό θεωρώντας την κοινωνική οικονομία ως ένα τρίτο πόλο στήριξης του συστήματος δίπλα στο κράτος και τους ιδιώτες που λειτουργεί ως αποροφητήρας των αποτυχιών τους, και καταλήγει στο άλλο άκρο σε αντιλήψεις που θεωρούν την κοινωνική οικονομία ως τον κύριο μοχλό ανατροπής του καπιταλισμού στην παλιά θέση του επαναστατικού κόμματος και της κατάληψης της εξουσίας. Για να διακρίνεται από την πρώτη ομάδα αντιλήψεων η οποία στην ουσία αναφέρεται απλά στην συνεταιριστική ιδιοκτησία η οποία δεν αμφισβητεί ούτε το κράτος ούτε την αγορά, αυτή η δεύτερη ομάδα αντιλήψεων πρόσθεσε και το επίθετο «αλληλέγγυα» πίσω από το «κοινωνική», ενώ πιο πρόσφατα το «αλληλέγγυα και συνεργατική» οικονομία χρησιμοποιείται για να διαχωρίσει τους πιο ριζοσπάστες αντικαπιταλιστές από τους πιο «ρεφορμιστές» αριστερούς κλπ. Με αυτό τον τρόπο και μόνο με την χρήση των όρων, φαίνεται που κινείται το κάθε εγχείρημα πολιτικά. Η ουσία είναι ότι με τον ένα ή τον άλλο τρόπο η κοινωνική, συνεργατική και αλληλέγγυα οικονομία έφτασε  να σημαίνει ένα σύστημα εναλλακτικό και από την οικονομία της αγοράς αλλά και από την οικονομία του κεντρικού, κρατικού ελέγχου.

Η ιδέα του Χατζηχρήστου ήταν πολύ απλή και αναφερόταν σε ένα ζήτημα που έψαχνα κι εγώ χρόνια, το ζήτημα της μετάβασης. Μου έλεγε λοιπόν πως ο καπιταλισμός θα πέσει χωρίς επανάσταση και χωρίς την απαραίτητη κατάληψη της εξουσίας, όταν κάποια στιγμή η πλειοψηφία της οικονομίας και των δομικών της μονάδων, δηλαδή των επιχειρήσεων, θα καταλαμβάνεται από την κοινωνική και αλληλέγγυα οικονομία. Φαινόταν απλοϊκή και αυθαίρετη ιδέα από πρώτη άποψη, αλλά ήταν συνάμα και γοητευτική γιατί συγγένευε με άλλες ιδέες που είχαν αναπτυχθεί κυρίως μέσα από εγχειρήματα στην Λατινική Αμερική του τύπου «αλλάζουμε τον κόσμο χωρίς να πάρουμε την εξουσία» κλπ. Την ίδια στιγμή, ενώ πριν τα αυτό-οργανωμένα εγχειρήματα «κοινωνικών επιχειρήσεων» ήταν μετρημένα στα δάκτυλα από τον σπόρο του Δεκέμβρη, και αργότερα της κατάληψης της πλατείας Συντάγματος, γεννήθηκαν πολλές πρωτοβουλίες στην Ελλάδα που είχαν τα χαρακτηριστικά της κοινωνικής και αλληλέγγυας οικονομίας: Κοινωνικά καφενεία, κοινωνικό ωδείο, η κατάληψη της ΒΙΟΜΕ, οι εκδόσεις των συναδέλφων,  οικο-κοινότητες κλπ.

Ο ορισμός της κοινωνικής και αλληλέγγυας οικονομίας είναι αμφισβητούμενος και όχι εύκολος. Όπως είπα παραπάνω υπάρχουν τρεις διακριτές τάσεις, που δίνουν και άλλους  ορισμούς. Ο ορισμός στην διεθνή βιβλιογραφία  συνηθίζεται να είναι περιγραφικός και περιορισμένος στο πεδίο της μεμονωμένης επιχείρησης, οπότε και είναι ακόμα ανοιχτός στην σύλληψη μιας ολόκληρης κοινωνίας με αλληλέγγυα οικονομία, αφού πολλά ζητήματα μη οικονομικά, όπως η διοίκηση, η δικαιοσύνη, η πολιτειακή οργάνωση κλπ, δεν έχουν τεθεί συνολικά . Για την επιχείρηση τα χαρακτηριστικά που προβάλλονται είναι τρία: Πρώτον, το ένα μέλος μια ψήφος, δηλαδή ότι οι αποφάσεις παίρνονται από όλους ισότιμα και δεν υπάρχει ιεραρχία, ούτε συγκέντρωση της ιδιοκτησίας σε ένα ή λίγα πρόσωπα, τους περίφημους μετόχους της ιδιωτικής, ή διευθυντές της κρατικής οικονομίας. Δεύτερον ότι ο σκοπός δεν είναι το κέρδος, δηλαδή ορίζεται ένα όριο αξιοπρεπούς διαβίωσης και δεν διανέμονται κέρδη πάνω από αυτό. Το τρίτο και το σημαντικότερο που διακρίνει τον απλό συνεταιρισμό από ένα αλληλέγγυο εγχείρημα είναι ότι όποια κέρδη υπάρχουν δεν επενδύονται στην ίδια την επιχείρηση, αλλά διοχετεύονται σε άλλα κοινωνικά εγχειρήματα και δράσεις. Αυτό είναι ένα κομμάτι ασαφές βέβαια, αλλά ταυτόχρονα και γοητευτικό.  Στον Καναδά, τις ΗΠΑ και την Ισπανία, όπου πρωτοπόροι της κοινωνικής οικονομίας είναι εργατικά συνδικάτα η μεταφορά πλεονασμάτων σε νέες δράσεις είναι εύκολο και να κατανοηθεί, και να συμβεί, όταν για παράδειγμα μια παραγωγική κοινωνική επιχείρηση φτιάχνει κι ένα κοινωνικό παιδικό σταθμό, ή μια μονάδα ανακύκλωσης κλπ. κλπ. Η επέκταση έχει να κάνει με ανάγκες μιας κοινότητας ανθρώπων που παίρνουν την ικανοποίησή τους από τις αγορές ή από το κράτος και την διαχειρίζονται οι ίδιοι. Στην Ελλάδα βέβαια κάτι τέτοιο δεν συμβαίνει εκτός από το παράδειγμα της ΒΙΟΜΕ. Δεν έχουμε συνδικάτα ή γειτονιές, ή χωριά που φτιάχνουν κοινωνικές επιχειρήσεις παρά μόνον  μεμονωμένες παρέες ανθρώπων με πολιτική αντικαπιταλιστική σύμπλευση στην πλειοψηφία τους.

Τα ερωτήματα βέβαια, από την στιγμή που μπήκα στην ιδέα της κοινωνικής οικονομίας ήταν πολλά. Πως θα γινόταν η κοινωνική και αλληλέγγυα οικονομία πλειοψηφία, μέσα σε μια αδηφάγα αγορά και μέσα σε ένα εχθρικό κράτος; Πως θα μπορούσαν να επιβιώσουν τα εγχειρήματα και οι άνθρωποι, πρώτα μέσα στον ανταγωνισμό της αγοράς και μετά μέσα στην γραφειοκρατία και τις ιεραρχικές δομές του κράτους; Πως θα γινόταν η δικτύωση και η διανομή των όποιων κερδών; Πως θα ζούσαν οι άνθρωποι σε δομές που δεν είχαν καθόλου έσοδα (πχ. Το κοινωνικό ωδείο); Ταυτόχρονα όμως υπήρχε και μια γοητεία μέσα σε όλο αυτό και κυρίως μια διάσταση απαγκίστρωσης από την παραδοσιακή εμπλοκή των αριστερών με την κατάληψη της εξουσίας και των αναρχικών με την σύγκρουση με το κράτος ως αυτοσκοπού. Στην ουσία αντί να προτάσσει κανείς την πολιτική πάλη, έθετε σε πρώτη μοίρα την καθημερινή του πράξη, την καθημερινή διαβίωση και τις κοινωνικές σχέσεις που πηγάζουν από αυτή. Στην πράξη βέβαια στα υπάρχοντα εγχειρήματα  πολλά από τα ερωτήματα σε πολλές περιπτώσεις δεν είχαν ακόμη τεθεί από την ζωή. Δεν υπήρχε κέρδος για να διανεμηθεί, τα περισσότερα εγχειρήματα βρίσκονταν και βρίσκονται στα όρια της επιβίωσης, αλλά αυτό βέβαια εξαρτάται και από το μέγεθος και την δικτύωση ολόκληρου του κινήματος.

Καθώς μπήκαμε στην κρίση το 2010, και καθώς είδα ότι δεν ήταν πιθανό να βρω δουλειά στο πανεπιστήμιο στην Ελλάδα τα επόμενα χρόνια, τα ενδιαφέροντά μου σιγά σιγά μετατοπίστηκαν από την θρησκεία που κυριαρχούσε μέχρι την εποχή που πήρα το διδακτορικό, στην οικονομία. Έπρεπε να εξηγήσουμε τι μας συμβαίνει και από πού προήλθε, και ταυτόχρονα να δούμε πιθανές διεξόδους έξω από το σύστημα. Δεν υπήρχε πιο κατάλληλη συγκυρία για να θέσει κανείς τα ζητήματα της μετάβασης και της κοινωνικής και αλληλέγγυας οικονομίας. Παρατηρούσα πως τα πιο πολλά εγχειρήματα στην Ελλάδα ήταν συγκεντρωμένα στον τομέα των υπηρεσιών, καφενεία, παντοπωλεία, καταναλωτικοί συνεταιρισμοί, καλλιτεχνικά κλπ. Με αυτόν τον τρόπο κρατούσαν ένα πολύ περιφερειακό ρόλο και στην οικονομία και στο κίνημα γενικότερα, παρόλο που η γοητεία της ιδέας ήταν πολύ μεγαλύτερη από το πραγματικό εύρος των εγχειρημάτων. Αναρωτήθηκα τι θα μπορούσε να κάνει ένας αριστερός ή ελευθεριακός που εμπνεόταν από την ιδέα όπως εγώ για να την προωθήσει στην πράξη. Δεν μπορούσαμε να γίνουμε όλοι κοινωνικοί καφετζήδες και κοινωνικοί παντοπώλες, αυτό δεν θα μας πήγαινε πουθενά. Σκέφτηκα λοιπόν πως όλοι έχουμε εκπαιδευτεί από το σύστημα σε κάποια δουλειά που περιλαμβάνει κάποιες δεξιότητες, κάποιο κοινωνικό κύρος, και κάποια-όποια οικονομική αξία. Αν λοιπόν όλοι βάζαμε αυτές ακριβώς τις δεξιότητες  και την αξία στην υπηρεσία της κοινωνικής και αλληλέγγυας οικονομίας ίσως τότε να κάναμε κάτι. Σκέφτηκα σε τι είχα εκπαιδευτεί εγώ, στην τριτοβάθμια εκπαίδευση. Πως λοιπόν θα ήταν μια «κοινωνική, αλληλέγγυα και συνεργατική» τριτοβάθμια εκπαίδευση;  Πως ξεκινάει κανείς ένα κοινωνικό πανεπιστήμιο; Κατ’ αρχήν με το να αρχίσει να σκέφτεται την πιθανότητα. Δηλαδή με την ουτοπία. Η ιδέα μου μπήκε το 2012 την συζήτησα με τον Σωτήρη, έκανα και μια σχετική εισήγηση στην ομάδα, και από τότε ξεκινάει η σκέψη και η διαβούλευση.

 

  1. ΚΟΙΝΩΝΙΚΟ ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟ. ΑΠΟ ΠΟΙΟΥΣ ΚΑΙ ΓΙΑ ΠΟΙΟΥΣ. ΤΑ ΚΡΙΣΙΜΑ ΖΗΤΗΜΑΤΑ

Δεν μπορώ να πω πως η ανταπόκριση στην ιδέα μου ήταν ενθουσιώδης, αν εξαιρέσω βέβαια τον Σωτήρη ο οποίος αγκάλιασε την ιδέα εξ’ αρχής. Η μεγάλη δυσκολία οφειλόταν νομίζω πρώτα στην συγκυρία και δεύτερον στην ιδεολογία. Η συγκυρία του νεοφιλελευθερισμού που έκανε τις τρείς τελευταίες δεκαετίες μεγάλη επίθεση στο δημόσιο πανεπιστήμιο έθετε τους αριστερούς πανεπιστημιακούς σε μια θέση άμυνας, μια θέση υπεράσπισης του δημόσιου χαρακτήρα του πανεπιστημίου, των κοινωνικών επιστημών κλπ. Όχι μόνο η σύλληψη της ιδέας ενός άλλου πανεπιστημίου ήταν δύσκολη, αλλά και η κουβέντα για τα περιεχόμενα και τις κατευθύνσεις του ήδη υπάρχοντος πανεπιστημίου, κουβέντα που ήταν κυρίαρχη την δεκαετία του ’80 είχε υποχωρήσει. Κυριαρχούσε η υπεράσπιση της κρατικής χρηματοδότησης, της διατήρησης τμημάτων κοινωνικών επιστημών κλπ. Σε σχέση λοιπόν με αυτά που συνέβαιναν έξω από το πανεπιστήμιο, η ατζέντα των προοδευτικών πανεπιστημιακών στην πλειοψηφία τους  ήταν επιεικώς συντηρητική για να μην πούμε συντεχνιακή και εν τέλει συστημική. Το ζήτημα της ιδεολογίας ήταν και είναι βαθύτερο. Το πανεπιστήμιο σαν θεσμός απολαμβάνει μια γενική παραδοχή ότι βρίσκεται πάνω από τάξεις, εξουσίες και ιδεολογίες και ότι υπηρετεί την αντικειμενική γνώση. Η παραδοχή αυτή έχει σφηνωθεί για τα καλά στην καρδιά της δυτικής κουλτούρας, και με βάση αυτήν, οι πανεπιστημιακοί περιβάλλονται με αυξημένο κύρος και αξιοπιστία. Έτσι δεν τίθεται από πουθενά ζήτημα να γκρεμιστεί ή να «καεί» το υπάρχον πανεπιστήμιο, ούτε να στηθεί μια ανταγωνιστική δομή απέναντί του. Τίθενται μόνο ζητήματα εκδημοκρατισμού, χρηματοδότησης κλπ. Είναι ένα περίπλοκο ζήτημα αυτό-εκπληρούμενης προφητείας. Οι απέξω που είναι μέτοχοι της κουλτούρας δεν έχουν τα εφόδια να αμφισβητήσουν τον θεσμό, δεν έχουν την γνώση, την εμπειρία και τις ειδικές δεξιότητες που απαιτούνται για κάτι τέτοιο. Οι από μέσα μπορούν να τον αμφισβητήσουν αλλά ταυτιζόμενοι με τον αυξημένου κύρους κοινωνικό τους ρόλο δεν θέλουν να το κάνουν.  Βρισκόμενος μπροστά σε ένα σχετικό αδιέξοδο με την ιδέα μου το 2013 συνέταξα ένα κείμενο κάλεσμα και το έστειλα στην λίστα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου  της ομάδας που έχει γύρω στα 100 μέλη. Το κείμενο κάλεσμα ήταν το εξής:

ΚΑΛΕΣΜΑ ΓΙΑ ΤΗΝ ΣΥΓΚΡΟΤΗΣΗ ΚΟΙΝΩΝΙΚΟΥ ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟΥ ΣΤΗΝ ΑΘΗΝΑ

  • Παρόλο που το αντικαπιταλιστικό κίνημα και το κίνημα κατά του νεοφιλελευθερισμού αναγνωρίζουν στο πανεπιστήμιο και στο εκπαιδευτικό σύστημα γενικότερα τον ταξικό, ιεραρχικό και εξουσιαστικό χαρακτήρα ως δομικό του στοιχείο, η παλιά αστική αντίληψη που σε ένα βαθμό υιοθετήθηκε κι από τον ορθόδοξο Μαρξισμό περί ουδετερότητας και εγγενούς προοδευτικότητας της γνώσης, εμποδίζει την ανάληψη πρωτοβουλιών από τα κάτω για την υπέρβαση των δοσμένων εκπαιδευτικών θεσμών. Η πεποίθηση πως η γνώση είναι ταξικά ουδέτερη είναι τόσο βαθιά ριζωμένη στην κουλτούρα μας, που ακόμα κι αν τολμάμε να αμφισβητούμε την αναγκαιότητα των δοσμένων εκπαιδευτικών θεσμών, μας είναι πολύ δύσκολο να φανταστούμε δομές που θα μπορούσαν να τους αντικαταστήσουν.
  • Η αντίληψη που κυριαρχεί για την αλλαγή των θεσμών της γνώσης είναι πως η κατάληψη της πολιτικής εξουσίας από τους εργαζόμενους θα μεταρρυθμίσει και θα εξανθρωπίσει τους εκπαιδευτικούς θεσμούς και θα τους θέσει στην υπηρεσία του ανθρώπου και της κοινωνίας αντί της αγοράς και του κέρδους που είναι σήμερα. Η αντίληψη αυτή αγνοεί τους ιστορικούς όρους γέννησης και διαμόρφωσης των εκπαιδευτικών θεσμών που λειτουργούν σήμερα, σχολείο, γυμνάσιο, λύκειο, σχολές-κολέγια, πανεπιστήμιο, και τον ρόλο τους στην πειθάρχηση των υποτελών τάξεων, στην κοινωνική αναπαραγωγή της ταξικής κοινωνίας αλλά και στην στήριξη και ανάπτυξη των τεχνολογιών της εξουσίας (κοινωνικές επιστήμες, ψυχολογία, παιδαγωγική, νομική κλπ.) και του ιδιωτικού κέρδους (φυσικές επιστήμες, μηχανολογικές, δομικές, υπολογιστικές, οικονομικές επιστήμες κλπ.)
  • Είμαστε μια πρωτοβουλία που ξεκίνησε μέσα από μια από τις πολλές ομάδες που λειτουργούν έξω και παράλληλα με τον ακαδημαϊκό χώρο, λειτουργώντας συμπληρωματικά σε αυτόν σαν λέσχη συζητήσεων, ανεξάρτητα από το πόσο κριτικά στέκονται απέναντί του. Η αίσθηση της ανεπάρκειας αυτού του ρόλου (στεκόμαστε κριτικά στα περιεχόμενα, αλλά δεν αγγίζουμε τις δομές, που θεωρούμε λίγο πολύ δεδομένες) στην προοπτική του κοινωνικού μετασχηματισμού, και η διαφωνία μας με την λογική της «κατάληψης της πολιτικής εξουσίας» ως αποκλειστικού οχήματος κοινωνικής αλλαγής, μας οδήγησε στην αναζήτηση των προϋποθέσεων για την συγκρότηση κοινωνικού πανεπιστημίου ως εναλλακτικού αυτό-διαχειριζόμενου φορέα παραγωγής, μετάδοσης και αναδιαμόρφωσης της γνώσης με κατεύθυνση τον κοινωνικό μετασχηματισμό.

Μετά από συζητήσεις μηνών κι επαφές με ανθρώπους που συμμετέχουν σε ανάλογα εγχειρήματα σε άλλους κοινωνικούς χώρους καταλήγουμε σε αυτό το κάλεσμα για συμμετοχή σε προ-ιδρυτική συνέλευση κοινωνικού πανεπιστημίου στην Αθήνα με τις ακόλουθες γενικές κατευθύνσεις που θα τεθούν σε συζήτηση :

 

  1. Ως γνώση ορίζουμε το σύνολο των συσσωρευμένων από την ανθρώπινη εμπειρία πληροφοριών και δεξιοτήτων που είναι απαραίτητες για την αρμονική συμβίωση των ανθρώπων μεταξύ τους και με την φύση. Ο ορισμός αυτός επανεισάγει στην γνωστική διαδικασία την ηθική διάσταση που έχει ουσιαστικά απωλέσει στον καπιταλισμό με την αποθέωση του ατομικισμού του «ορθολογισμού» και του ανθρωποκεντρικού ωφελιμισμού. Εισάγει επίσης το στοιχείο της βιωσιμότητας. Η γνώση πρέπει να υπηρετεί την κοινωνία και την φύση κι όχι να στέκεται πάνω από αυτές ή ενάντια σε αυτές.
  2. Η δομή του κοινωνικού πανεπιστημίου προτείνεται να είναι η δομή της γενικής συνέλευσης, καθώς και οι συνελεύσεις των επιμέρους πυρήνων (πχ. πυρήνας ανθρωπολογίας, πυρήνας μαθηματικών) ανάλογα με την περιοχή της γνώσης που καλύπτουν. Σε όλες τις συνελεύσεις συμμετέχουν ισότιμα διδάσκοντες-συντονιστές και φοιτητές.
  3. Στις δεδομένες συνθήκες όσοι συμμετέχουν στο κοινωνικό πανεπιστήμιο δεν αμείβονται. Η εργασία σε αυτό είναι εθελοντική και διαπνέεται από το πάθος για γνώση στην υπηρεσία της κοινωνικής απελευθέρωσης, ισότητας και δικαιοσύνης. Δεν προσβλέπουν στην στήριξη από ιδιώτες ή από το κράτος αλλά στην κοινωνική αλληλεγγύη και στήριξη των κοινωνικών κινημάτων και χώρων.
  4. Τα περιεχόμενα αλλά και οι μέθοδοι μετάδοσης της γνώσης αντιπαρατίθενται και βρίσκονται σε ανταγωνιστική σχέση με το επίσημο πανεπιστήμιο που στηρίζεται στην ιεραρχία, στις εξετάσεις, στις πελατειακές σχέσεις με το κράτος και την καπιταλιστική αγορά. Το κοινωνικό πανεπιστήμιο είναι ένα πειραματικό εργαστήρι ισότητας, αντί-ιεραρχίας, αλληλεγγύης και μιας νέας σχέσης με την φύση, την τεχνολογία και τους άλλους στην γνωστική διαδικασία. Οι διδάσκοντες εργαζόμενοι στο επίσημο πανεπιστήμιο δεν αποκλείονται από το κοινωνικό πανεπιστήμιο, εφόσον επιθυμούν να συμβάλλουν και σέβονται τις αρχές του.
  5. Το κοινωνικό πανεπιστήμιο, δεν θα είναι ένας φορέας «λαϊκής επιμόρφωσης» με σεμινάρια, «δια βίου εκπαίδευσης» ή ευρύτερα «εκλαϊκευσης» της γνώσης που παράγεται κάπου αλλού, στα επίσημα πανεπιστήμια και ερευνητικά κέντρα, αλλά παραγωγός γνώσης το ίδιο στην κατεύθυνση του κοινωνικού μετασχηματισμού. Στην κατεύθυνση αυτή η φοίτηση στο κοινωνικό πανεπιστήμιο σημαίνει συμμετοχή και δέσμευση αντίστοιχη με αυτήν του συμβατικού πανεπιστημίου, με διαφορετικό, βέβαια, περιεχόμενο.
  • Στο βαθμό που εμπνέεστε από αυτές τις κατευθύνσεις σας καλούμε να διαδώσετε το κάλεσμα αυτό και να έρθετε να το εμπλουτίσουμε, τροποποιήσουμε, συμπληρώσουμε, ανατρέψουμε, με ιδέες και προτάσεις για τους αρχικούς πυρήνες (υπάρχει ήδη σχεδιασμός για πυρήνα κινηματογράφου και πυρήνα ανθρωπολογίας), την δομή, την λειτουργία και τη διαδικασία συγκρότησης, την Δευτέρα 16 Ιούνη στις 7 μμ. στο χώρο της κατάληψης Πάτμου και Καραβία στα Κάτω Πατήσια (5’ από τον σταθμό του ηλεκτρικού) που είναι και ο χώρος που μπορεί να φιλοξενήσει την δραστηριότητα του κοινωνικού πανεπιστημίου

Για την ομάδα πρωτοβουλίας

Γιάννης Κυριακάκης

Ανθρωπολόγος

 

Στο κάλεσμα ανταποκρίθηκαν τρεις άνθρωποι, η Μαρία Παπαπαύλου, η Βίκυ Λαλιώτη και ο Κώστας Γαβρόγλου. Η συνάντηση που λέει το κάλεσμα δεν έγινε ποτέ, αλλά αρχίσαμε να συναντιόμαστε οι 4 σε άλλους χώρους και έτσι δημιουργήθηκε μια άτυπη προπαρασκευαστική ομάδα, με σκοπό την διερεύνηση της ιδέας. Ήταν πολύ ενδιαφέρουσες και πλούσιες οι συζητήσεις αυτής της ομάδας. Η Βίκυ και η Μαρία έκαναν μια έρευνα με το τι συμβαίνει με τα κοινωνικά πανεπιστήμια διεθνώς και μας έφεραν τα αποτελέσματα. Διαπιστώσαμε πως υπάρχουν δεκάδες εγχειρήματα διεθνώς με πλούσια ιστορία, τα περισσότερα από τα οποία όμως είχαν ακριβώς αυτόν τον σεμιναριακό χαρακτήρα «ελεύθερου» πανεπιστημίου, της μεταφοράς δηλαδή της γνώσης του συμβατικού πανεπιστημίου σε ευρύτερα ακροατήρια. Έναν χαρακτήρα που θέλαμε να αποφύγουμε. Υπήρχαν και άλλα πιο πειραματικά εγχειρήματα με βραχύβια δράση, και άλλα πιο κινηματικά και συνδεδεμένα με τοπικές πρωτοβουλίες. Γενικά υπήρχε πλούσια εμπειρία και όπως αναμενόταν η συντριπτική πλειοψηφία των εγχειρημάτων είχε πολιτική-αντικαπιταλιστική κατεύθυνση. Στην Ελλάδα αξιόλογη ήταν η πρωτοβουλία του πανεπιστημίου για την κοινωνική οικονομία στον Βόλο, ενώ κάποια άλλα εγχειρήματα ήταν ανοιχτά σεμιναριακά. Σχεδόν σε όλες τις περιπτώσεις οι διδάσκοντες ήταν μέλη ΔΕΠ στα συμβατικά πανεπιστήμια που δρούσαν παράλληλα, ενώ όλα τα εγχειρήματα είχαν πρόβλημα θεσμικής αναγνώρισης. Το ερώτημα ήταν αν σε αυτά τα εγχειρήματα παραγόταν νέα γνώση ή απλά μεταφερόταν η γνώση από το συμβατικό πανεπιστήμιο. Κατά κάποιο τρόπο αυτό το ερώτημα φάνηκε να βάρυνε και στις δικές μας συζητήσεις, και όχι μόνο για τα εγχειρήματα αυτού του τύπου, αλλά για όλα τα αυτό-οργανωμένα εγχειρήματα ανεξάρτητα στο αν αφορούσαν στην εκπαίδευση ή όχι. Έτσι αποφασίσαμε να έρθουμε σε επαφή με τέτοια εγχειρήματα για να διερευνήσουμε αυτό το ερώτημα. Δεν ξέρω πως προέκυψε αυτό ως κεντρικό ερώτημα. Ήταν ένα ερώτημα που απασχολούσε έντονα τον Γαβρόγλου λόγω της θέσης του για πολλά χρόνια στο συμβατικό πανεπιστήμιο και νομίζω πως οι υπόλοιποι από σεβασμό στο κύρος του ακολουθήσαμε, χωρίς να ήταν απαραίτητα και το πρώτιστο δικό μας ενδιαφέρον. Δεν μπορώ να μιλήσω για τα κορίτσια, αλλά για μένα τουλάχιστον ήταν ήδη βέβαιο πως παραγόταν νέα γνώση σε όλα αυτά τα εγχειρήματα. Ίσως όμως να δίναμε διαφορετικό περιεχόμενο στον όρο «γνώση».

Συναντήσαμε εκπροσώπους από 4 κοινωνικά εγχειρήματα , το κοινωνικό ωδείο, το κοινωνικό καφενείο στην Ακαδημία Πλάτωνος, την ομάδα θεάτρου fabrica Athens και την οικοκοινότητα «Σπιθάρι» και όλες οι συναντήσεις ήταν συναρπαστικές. Άξιζε δηλαδή τον κόπο ανεξάρτητα από τις προτεραιότητες του καθενός μας. Τα παιδιά από τα εγχειρήματα μας μετέφεραν τις εμπειρίες τους. Το ενδιαφέρον ήταν πως όλα τα εγχειρήματα ήταν διαφορετικά στο περιεχόμενό τους, οπότε πήραμε μια γεύση από διαφορετικά πεδία δράσης. Οι συναντήσεις και οι συζητήσεις είχαν τεράστιο ενδιαφέρον. Στην πορεία ωστόσο φάνηκε ότι είχαμε διαφορετικές προτεραιότητες και προσεγγίσεις. Τον Κώστα τον ενδιέφερε πιο πολύ το επιστημολογικό και ερευνητικό κομμάτι. Τι ήταν όλο αυτό και αν παρήγαγε νέα γνώση ή όχι. Την Μαρία το πειραματικό κομμάτι, δηλαδή ο πειραματισμός στους τρόπους μετάδοσης της γνώσης ανεξάρτητα από το εάν επρόκειτο για συμβατικό ή μη συμβατικό πανεπιστήμιο. Εμένα με ενδιέφερε πιο πολύ το δομικό κομμάτι, το πώς δηλαδή η δομή επηρεάζει και τα περιεχόμενα και την ίδια την παραγωγή της γνώσης. Η Βίκυ νομίζω κινιόταν και στις τρείς αυτές κατευθύνσεις αλλά ελκόταν πιο πολύ από αυτήν της Μαρίας. Μοιραία και τα συμπεράσματά μας ήταν διαφορετικά. Ο Κώστας συμπέρανε πως όλα αυτά τα εγχειρήματα είχαν περισσότερο ηθικό χαρακτήρα με έντονη την προσωπική δέσμευση και δεν παρήγαγαν νέα γνώση, εγώ συμπέρανα το αντίθετο, ενώ η Μαρία πρότεινε σαν επόμενο βήμα την διεξαγωγή μιας ημερίδας με νέους πειραματικούς τρόπους μετάδοσης. Ήταν πολύ ενδιαφέρον αλλά δεν προχώρησε, αφού με την έλευση του καλοκαιριού τελικά διαλυθήκαμε. Αυτό που έμεινε από τις πολύ χρήσιμες αυτές συναντήσεις ήταν η ανάγκη των συλλογικοτήτων αυτών για ένα εγχείρημα του τύπου «κοινωνικό πανεπιστήμιο» με την έννοια της ενίσχυσης των δράσεων τους, είτε σε τεχνικό επίπεδο είτε σε θεωρητικό. Κατά κάποιον τρόπο δηλαδή προσέγγιζαν την άποψη της Μαρίας. Από την δική μας πλευρά φάνηκε πως όλοι συμπεράναμε αυτά που ήμασταν έτοιμοι να συμπεράνουμε πριν καν αρχίσουμε τις συναντήσεις. Είχαμε όλοι τις ισχυρές μας υποθέσεις που θα επιβεβαιώνονταν έτσι κι αλλιώς. Δεν ήταν κατ’ ανάγκη κακό αυτό, απλά αυτές οι υποθέσεις ήταν διαφορετικές. Στην ουσία παρόλη την πολύ πλούσια συζήτηση και διαβούλευση η αρχική ιδέα βρισκόταν πάλι σε αδιέξοδο.

  1. Η ΛΑΜΠΗΔΟΝΑ. ΕΜΠΕΙΡΙΕΣ ΚΑΙ ΠΡΟΟΠΤΙΚΕΣ

Στο αδιέξοδο παρενέβη ο Σωτήρης που την επόμενη χρονιά το ’14-’15 μπήκε πολύ πιο ενεργά στην ιδέα και με καλέσματα και τηλέφωνα συγκέντρωσε γύρω του τους πιο πρόθυμους να συμβάλλουν στην ιδέα, την Αφροδίτη, την Μιμήνα, τον Πάρη, την Κλειώ, την Ποθητή Χαντζαρούλα και την Βίκυ Λαλιώτη, ενώ συμφώνησε να δώσει μια διάλεξη και ο Χρήστος ο Δερμεντζόπουλος. Έτσι αρχίσαμε συναντήσεις στο σπίτι του Σωτήρη για να δούμε την δομή των μαθημάτων, τα περιεχόμενα, ενδεχόμενους χώρους κλπ. Τελικά καταλήξαμε σε 4 ενότητες, γενική ανθρωπολογία, οικονομική, της τέχνης και μεθοδολογία. Για το θέμα του χώρου προβληματιστήκαμε αρκετά και τελικά καταλήξαμε να μην έχουμε ένα μόνιμο χώρο αλλά να πηγαίνουμε σε ήδη υπάρχοντες κοινωνικούς χώρους. Για το ζήτημα της αποφυγής του σεμιναριακού  χαρακτήρα είπαμε να βάζουμε ασκήσεις και εργασίες που να προκαλούν την ενεργή συμμετοχή των μετεχόντων, ενώ υπήρχε και η φιλόδοξη πρόβλεψη για κάποιο μικρό ερευνητικό πρότζεκτ στο τέλος. Τελικά αρχίσαμε τον Νοέμβρη του ’15 τα μαθήματα στη Λαμπηδόνα.

Η εμπειρία ήταν κατ’ αρχήν θετική αφού στο πρώτο μάθημα συγκεντρώθηκαν πάνω από 45 άτομα. Όμως στην πορεία η συμμετοχή άρχισε να φθίνει. Μετά τα Χριστούγεννα έφτασε να είναι σταθερά στα 12 άτομα ενώ μετά το Πάσχα έπεσε στα 5 άτομα. Τελικά τον Μάη φτάσαμε στα 3 άτομα και διακόψαμε τα μαθήματα πριν ολοκληρωθεί ο κύκλος όλων των μαθημάτων. Τι συνέβη; Έπαιξε βέβαια ρόλο που τα μαθήματα ήταν Κυριακή πρωί μια εξαιρετικά άβολη μέρα και ώρα, αλλά ο κύριος λόγος δεν ήταν αυτός. Η αλήθεια είναι ότι ήμασταν προετοιμασμένοι για μια πιθανή αποτυχία με τον Σωτήρη, αλλά είπαμε να κάνουμε κάτι έστω και με ελλείψεις, για να έχουμε την εμπειρία, παρά να μην κάνουμε τίποτα περιμένοντας, και νομίζω πως η λογική αυτή ήταν σωστή. Άλλωστε, ειδικά σε αυτό το πεδίο, για τους λόγους που προανέφερα, δρόμος δεν υπάρχει, τον δρόμο τον ανοίγεις προχωρώντας. Για μένα δύο ήταν οι βασικοί λόγοι της αποτυχίας. Ο πρώτος έχει να κάνει με τα περιεχόμενα. Το γεγονός ότι προκρίναμε την ανθρωπολογία ως κεντρικό αντικείμενο, επειδή εμάς μας ενδιαφέρει, και επειδή εμείς ασχολούμαστε με αυτό, δεν σημαίνει ότι ενδιαφέρει, ή ενδιαφέρει με τον ίδιο τρόπο και όλο τον κόσμο. Από τη στιγμή που αποφασίσαμε να πάμε σε κοινωνικούς χώρους, θα έπρεπε να σχεδιάσουμε τα περιεχόμενα με βάση τις ανάγκες των ανθρώπων αυτών των χώρων. Θυμάμαι από τις συναντήσεις με τις αυτό-οργανωμένες ομάδες, έναν φίλο από το Σπιθάρι που έλεγε πως χρειάζονται μια μηχανή που να μετατρέπει τα πριονίδια σε λίπασμα, και πως οι μηχανολόγοι του Πολυτεχνείου θα μπορούσαν να τους παρέχουν μια με αντάλλαγμα οι φοιτητές να κάνουν την πρακτική τους στο Σπιθάρι. Το φέρνω ως παράδειγμα, υπάρχουν πάρα πολλά και όχι μόνο σε σχέση με τεχνικά θέματα. Ένας άλλος φίλος πάλι από το Σπιθάρι έλεγε πως θα τους ενδιέφεραν κάποια μαθήματα για την θεωρία και την φύση του ανθρώπου, αφού ήθελαν επιχειρήματα και θεωρητική θωράκιση για αυτό που κάνουν. Έτσι δεν είναι θέμα αν κάνουμε κάτι θεωρητικό ή τεχνικό, αλλά κυρίως ο τρόπος που το κάνουμε, τρόπος που εξαρτάται από το για ποιους και για τι το κάνουμε.

Ο δεύτερος λόγος έχει να κάνει με την δομή και τη λειτουργία. Είναι προφανές ότι αν κάνουμε μαθήματα μόνο με τα ενδιαφέροντά μας δεν μπορούμε να κάνουμε τίποτα άλλο εκτός από σεμινάρια. Ωστόσο ακόμη κι αν κάποιοι μας υποδείξουν τα δικά τους ενδιαφέροντα αυτό δεν αρκεί για να αποφύγουμε τον σεμιναριακό και άρα ιεραρχικό χαρακτήρα (εισηγητής και ακροατές) των μαθημάτων. Στην ουσία η δομή του συμβατικού πανεπιστημίου δεν ανατρέπεται όσο κρατάμε τον ρόλο του καθηγητή, εισηγητή, γνώστη για τον εαυτό μας και αναθέτουμε τον ρόλο του φοιτητή, ακροατή και αδαή στο ακροατήριο μας. Βασική αρχή της αλληλέγγυας και συνεργατικής οικονομίας είναι η κοινοτική λειτουργία, το communitas που έλεγε και ο Σωτήρης. Πρακτικά είτε αυτή η κοινότητα προϋπάρχει (γειτονιά, χωριό, συνδικάτο, σύλλογος ή συσπείρωση, παρέα) και επεκτείνεται σε περιοχές που κυριαρχεί το κράτος ή η αγορά, είτε δημιουργείται εξαρχής εκεί που δεν προϋπάρχει μέσα από μια συγκεκριμένη δραστηριότητα.   Άρα μια ομάδα κοινωνικού πανεπιστημίου πρέπει να είναι μια κοινότητα με ισότιμη συμμετοχή και όχι με ιεραρχία καθηγητή φοιτητή. Με αυτή την έννοια δεν καταφέραμε να φτιάξουμε αυτήν την κοινότητα και αυτός πιστεύω τελικά ήταν ο κύριος λόγος της αποτυχίας.

Θίγοντας αυτό το τελευταίο, θέλω να γυρίσω στο ζήτημα των περιεχομένων, φωτισμένο πια και από το ζήτημα της δομής και της λειτουργίας. Νομίζω ότι τα περιεχόμενα ενός κοινωνικού πανεπιστημίου πρέπει να τίθενται με βάση τις ανάγκες των κοινοτήτων αλλά και του αγώνα των κοινοτήτων ενάντια στο κράτος και τον καπιταλισμό. Δηλαδή όχι μόνο δεν μπορούν να είναι «ουδέτερα» αλλά και επιβάλλεται να αντιπαραβάλλονται στην ιδεολογία της ουδετερότητας της γνώσης όπου αυτή εμφανίζεται. Έτσι θα έβλεπα και πολλά «αντιμαθήματα» δίπλα στα μαθήματα ενός κοινωνικού πανεπιστημίου. Για παράδειγμα θα έβλεπα ένα αντιμάθημα με τίτλο «η απάτη της πολιτιστικής διαχείρισης» ή ένα αντιμάθημα με τίτλο «ο βιολογισμός ως μηχανισμός κερδοφορίας των πολυεθνικών του φαρμάκου», ή αντί της κλασικής ανθρωπολογίας ένα αντιμάθημα με τίτλο «ο καπιταλιστικός μύθος για την φύση του ανθρώπου». Αντίστοιχα αντιμαθήματα μπορούμε να στήσουμε σε όλους τους τομείς τους οποίους η αστική σκέψη θεωρεί άπαρτα κάστρα της: Ιατρική, βιολογία, νομική, αρχιτεκτονική, ιστορία κλπ. Παράλληλα μια σειρά από τεχνολογικά μαθήματα με σκοπό την θέση της τεχνολογίας στην υπηρεσία των κοινοτήτων και του αντικαπιταλισμού φαίνονται από πρώτη ματιά απαραίτητα. Τελευταίο άφησα ένα ακόμη κρίσιμο ζήτημα που πρέπει να θιχτεί:   Δεν μπορούμε να μιλάμε για κοινωνικό πανεπιστήμιο και να αγνοούμε το κοινωνικό νηπιαγωγείο, το κοινωνικό σχολείο, το κοινωνικό γυμνάσιο και λύκειο. Μια κριτική αναθεώρηση ολόκληρης της εκπαιδευτικής διαδικασίας φαίνεται εκ των ων ουκ άνευ για ένα κοινωνικό πανεπιστήμιο. Γιατί ένα παιδί μαθαίνει μαθηματικά και γλώσσα, και όχι πλύσιμο σιδέρωμα και μαγείρεμα; Γιατί ένα παιδί μαθαίνει ιστορία και θρησκευτικά και όχι να χτίζει σπίτια και να καλλιεργεί την  γη; Γιατί ένας μαθητής λυκείου μπορεί να μάθει προχωρημένα μαθηματικά και φυσική, αλλά όχι ιατρική και μηχανολογία; Δεν μπορούμε αυτά τα ζητήματα να τα αγνοούμε, δεν μπορούμε να μένουμε μέσα στον ακαδημαϊκό μας μικροχώρο. Αν θέλουμε να αλλάξουμε κάτι πρέπει να τα αλλάξουμε όλα.

Όμως το πιο βασικό από τα ερωτήματα δεν το έθεσα ακόμα: Θα έχει νόημα σε μια μελλοντική κοινωνία των αυτόνομων-συνεργαζόμενων κοινοτήτων η ύπαρξη ενός πανεπιστημίου; Για να απαντήσουμε αυτό το ερώτημα θα πρέπει να πάρουμε υπόψη μας μια ακόμη έννοια κλειδί που έχει επανεισαχθεί στο αντικαπιταλιστικό κίνημα τις τελευταίες δεκαετίες, την έννοια των «κοινών». Ως κοινά θεωρούνται τα φυσικά και κοινωνικά αγαθά που είναι και πρέπει να είναι κοινή ιδιοκτησία και να υπόκεινται σε κοινή διαχείριση λόγω της κρίσιμης σημασίας τους για την επιβίωση των ανθρώπων και των οικοσυστημάτων. με Βασικό χαρακτηριστικό των κοινών είναι η ισότιμη και απρόσκοπτη πρόσβαση όλων σε αυτά, αλλά και η προστασία τους για την επιβίωση του πλανήτη και των μελλοντικών γενιών. Μαζί με την ιδέα της αλληλέγγυας και συνεργατικής οικονομίας  τα κοινά είναι επίσης μια ιδέα κλειδί για το σύγχρονο αντικαπιταλιστικό κίνημα αφού αποκλείει με τον ίδιο τρόπο από τα βασικά αγαθά και τους κεφαλαιοκράτες αλλά και το κράτος. Αν δούμε και την γνώση ως μέρος των κοινών, που αδιαμφισβήτητα είναι, τότε η ύπαρξη ενός θεσμού που θα διαχωρίζει τους γνώστες και ειδικούς από τον υπόλοιπο κόσμο, δεν θα έχει νόημα γιατί παραβιάζει τις αρχές της ισότιμης πρόσβασης και της κοινής διαχείρισης. Έτσι δεν νοείται να υπάρχει «πανεπιστήμιο» σε μια μελλοντική κοινωνία και το κοινωνικό πανεπιστήμιο θα είναι αναγκαστικά ένας μεταβατικός θεσμός που θα προετοιμάζει το ίδιο την κατάργησή του. Ο απώτερος στόχος του θα είναι μια κοινωνία όπου η διάκριση ανάμεσα στους κατόχους της γνώσης, τους καταναλωτές και τους αποκλεισμένους από αυτήν δεν θα υπάρχει. Οπότε και οι όποιες εκπαιδευτικές διαδικασίες θα είναι ενσωματωμένες στην κοινωνία και όχι έξω και πάνω από αυτήν, και η κοινωνία στο σύνολό της θα παράγει και θα μεταδίδει την γνώση κι όχι κάποιοι ειδικοί θεσμοί. Με κάποιο τρόπο όλοι θα είναι διδάσκοντες και διδασκόμενοι σε κοινούς θεσμούς.

Τελειώνω με τις προτάσεις μου. Πρώτον  προτείνω να μην κάνουμε φέτος κάτι αλλά να προετοιμαστούμε για του χρόνου. Δεύτερον η ομάδα των περυσινών διδασκόντων να διατηρηθεί και να διευρυνθεί. Τρίτον να ψάξουμε να βρούμε νέους διδάσκοντες από όλους τους επιστημονικούς χώρους με αιχμές αυτούς που ανέφερα παραπάνω: Αντι-θεωρία, Αντι-Ιατρική, Αντι-Νομική, Αντι-Γεωπονική κλπ. Τεχνολογία, Εκπαίδευση. Τέταρτον να σκεφτούμε τον επόμενο χώρο ή χώρους κοινωνικούς  ή άλλους που θα πάμε το 17-18 και να αρχίσουμε τις επαφές από φέτος για να διαμορφώσουμε από κοινού με τους ανθρώπους το πρόγραμμα. Είναι νομίζω φανερό πως ένα τέτοιο εγχείρημα χρειάζεται πολλές και πολυεπίπεδες συνεργασίες και δεν μπορούμε μόνοι μας να το προχωρήσουμε. Οι συνεργασίες δεν θα πρέπει να σχετίζονται μόνο με την αναζήτηση ακροατηρίων αλλά και με τον όλο σχεδιασμό του εγχειρήματος.

Αφιερωμένο στον Σωτήρη

Γιάννης Κυριακάκης

25/11/2016

 

 

Advertisements
This entry was posted in Εισηγήσεις, Κοινωνικό Πανεπιστήμιο, Χωρίς κατηγορία and tagged . Bookmark the permalink.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s